Στη συνάντηση των παλιών συμμαθητών εμφανίστηκε μια γυναίκα που κανείς δεν αναγνώρισε αμέσως. Μόνο ύστερα από λίγες καρδιοχτύπιες στιγμές, οι παρευρισκόμενοι ένιωσαν το σοκ να τους διαπερνά: πίσω από την κομψή, ώριμη παρουσία στεκόταν το ίδιο κορίτσι που κάποτε αποτελούσε στόχο χλευασμού και σιωπηρής περιφρόνησης. Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τον λόγο της επιστροφής της.
Εκδίκηση σε αποχρώσεις του γκρι
Στην ευρύχωρη αίθουσα του εστιατορίου «Ασημένια Αύρα» κυριαρχούσε μια καλοστημένη, ήρεμη επισημότητα. Έξω, ο οκτωβριανός ουρανός ξέσπαγε σε βροχή που μαστίγωνε τα τζάμια, ενώ μέσα απλωνόταν ένα ζεστό, κεχριμπαρένιο φως, σαν να είχε αποκοπεί ο χώρος από την πραγματικότητα. Το γυαλιστερό δάπεδο αντανακλούσε τους πολυελαίους και οι φλόγες των κεριών πάνω στα τραπέζια δημιουργούσαν μια ψευδαίσθηση γαλήνης.
Δεκαπέντε χρόνια είχαν περάσει από την αποφοίτηση. Χρόνος αρκετός για να ξεθωριάσουν τύποι και μαθήματα, όχι όμως και οι πληγές που άφησαν οι σκληρές κουβέντες και οι μικρές, καθημερινές ταπεινώσεις.
Κάτω από έναν βαρύ κρυστάλλινο πολυέλαιο στεκόταν με αυτοπεποίθηση ο Σταύρος Πανταζής, άλλοτε αδιαμφισβήτητος αστέρας της τάξης. Η εικόνα του είχε ελάχιστα αλλάξει: το ίδιο αυτάρεσκο ύφος, κοστούμι ακριβό, βλέμμα που συνήθιζε να κοιτά αφ’ υψηλού. Στο πλευρό του βρισκόταν η Μελίνα Ζαχαριάδη, σύζυγός του πια, με ψυχρή ομορφιά και μάτια που παλιότερα αρκούσαν για να ορίσουν ποιος θα γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας.

— Να κάνουμε μια πρόποση, είπε ο Σταύρος δυνατά, και ο ήχος των ποτηριών απλώθηκε στην αίθουσα. — Σε εμάς. Σε όσους κατάφεραν να μείνουν στην κορυφή. Η ζωή είναι αγώνας· κάποιοι νικούν και κάποιοι… απλώς μένουν πίσω.
Τα λόγια του κόπηκαν απότομα από τον θόρυβο στην είσοδο. Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα, αφήνοντας να εισβάλει μια ανάσα υγρού κρύου. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς τα εκεί.
Στο κατώφλι στεκόταν μια γυναίκα.
Ο ψυχρός αέρας μπήκε μαζί της, σαν υπενθύμιση του κόσμου έξω από τη θαλπωρή των φώτων. Δεν προχώρησε αμέσως· άφησε πρώτα την πόρτα να κλείσει πίσω της και κατόπιν άρχισε να βαδίζει αργά προς το εσωτερικό. Τα τακούνια της σχεδόν δεν ακούγονταν, κι όμως κάθε της κίνηση γινόταν αισθητή.
Η εμφάνισή της ήταν λιτή, χωρίς επιδεικτική πολυτέλεια, μα όλα επάνω της πρόδιδαν σιγουριά και εσωτερική πειθαρχία. Ένα ανοιχτόχρωμο παλτό αγκάλιαζε διακριτικά τη σιλουέτα της, τα σκούρα μαλλιά ήταν προσεγμένα, και το βλέμμα της ήρεμο, καθαρό, χωρίς ίχνος βιασύνης. Δεν προκαλούσε, ούτε όμως υποχωρούσε· εξέπεμπε την αξιοπρέπεια κάποιου που γνωρίζει ακριβώς γιατί βρίσκεται εκεί.
Η σιωπή κράτησε μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα. Κάποιοι καθάρισαν αμήχανα τον λαιμό τους, άλλοι απέστρεψαν το βλέμμα, ενώ μερικοί την παρατηρούσαν επίμονα, ψάχνοντας στα χαρακτηριστικά της σκιές από το παρελθόν.
— Συγγνώμη… είπε διστακτικά μια γυναίκα από το βάθος, — εσείς… ποιον ζητάτε;
Η άγνωστη στάθηκε. Τα χείλη της κινήθηκαν ανεπαίσθητα, όμως η φωνή της βγήκε σταθερή.
— Εσάς. Όλους.
Η απλότητα των λέξεων, χωρίς αιχμή ή ένταση, προκάλεσε ένα παράξενο σφίξιμο στην ατμόσφαιρα. Ο Σταύρος συνοφρυώθηκε, ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι και την κοίταξε με τη γνώριμη συγκατάβαση.
— Η συνάντηση είναι κλειστή, είπε. — Μόνο για αποφοίτους.
Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της και το κάρφωσε πάνω του. Κάποιος μέσα στην αίθουσα άφησε μια άναρθρη ανάσα· η αναγνώριση ήρθε απότομα. Η Μελίνα χλόμιασε και έσφιξε νευρικά τη χαρτοπετσέτα στα δάχτυλά της.
— Απόφοιτη είμαι, απάντησε ήρεμα εκείνη. — Απλώς τότε προτιμούσατε να κάνετε πως δεν υπάρχω.
Ένας ψίθυρος κύλησε ανάμεσα στα τραπέζια, σαν αέρας που διαπερνά ξερά φύλλα. Πρόσωπα αντάλλασσαν βλέμματα, μνήμες ανασύρονταν απρόσκλητες, αποκτώντας ξαφνικά δυσάρεστη ευκρίνεια.
— Δεν γίνεται… μουρμούρισε κάποιος.
— Είναι αυτή; Εκείνη;
— Μα τότε ήταν…
Ο Σταύρος Πανταζής προχώρησε ένα βήμα μπροστά, αποφασισμένος να σπάσει τη βαριά σιωπή που είχε απλωθεί στην αίθουσα.
