Η Ειρήνη Θεοδώρου ένιωθε πως η εικόνα που είχε σχηματίσει όλα αυτά τα χρόνια για τη γυναίκα απέναντί της κατέρρεε μονομιάς. Εκείνη που θεωρούσε απλώς αυστηρή, υπερπροστατευτική ή λίγο αυταρχική, αποκαλυπτόταν τώρα χωρίς καμία ωραιοποίηση. Όσα δικαιολογούσε ως «χαρακτήρα» ή «ενδιαφέρον», έπαιρναν μια διαφορετική, σκοτεινή μορφή. Δεν ήταν φροντίδα· ήταν ιδιοτέλεια. Ωμή, απροκάλυπτη, σχεδόν απάνθρωπη.
— Πού είναι ο Αλέξανδρος; — ρώτησε τελικά με βραχνή φωνή. — Γνωρίζει γιατί ήρθατε;
Η Θεοδώρα Μαυρογιάννη κράτησε για λίγο σιωπή, σαν να ζύγιζε την απάντηση, κι έπειτα ένευσε καταφατικά.
— Φυσικά και το ξέρει. Τα είπαμε χθες. Συμφωνεί απόλυτα. Μου είπε ότι θα σου μιλούσε ο ίδιος, όμως σκέφτηκα πως είναι καλύτερα να το κάνω εγώ. Γυναίκα με γυναίκα συνεννοείται πιο εύκολα. Είσαι έξυπνο κορίτσι, Ειρηνάκι. Θα καταλάβεις ότι αυτό είναι το σωστό για την οικογένεια.
«Συμφωνεί». Οι λέξεις αντήχησαν στο μυαλό της σαν μεταλλικό χτύπημα. Ο Αλέξανδρος ήξερε. Το είχε συζητήσει. Είχε πάρει απόφαση — χωρίς εκείνη. Χωρίς τη σύζυγό του. Χωρίς τη μητέρα του παιδιού του.
— Δηλαδή ο Αλέξανδρος δέχτηκε να στερήσει από την ίδια του την κόρη τα χρήματα για το χειρουργείο; — επανέλαβε αργά η Ειρήνη. Η φωνή της ήταν επίπεδη, άδεια από συναίσθημα.
— Α, φτάνει πια με τις υπερβολές! — εξερράγη η πεθερά της. — Κανείς δεν στερεί τίποτα από κανέναν! Μιλάμε για οικογένεια! Στην οικογένεια μοιραζόμαστε! Οι δικοί σου γονείς βοήθησαν, μπράβο τους! Τώρα αυτή η βοήθεια θα αξιοποιηθεί για κάτι μεγαλύτερο, για το κοινό μας καλό! Για ένα κανονικό σπίτι! Για όλους μας!
— Για όλους εκτός από τη Δάφνη, — απάντησε η Ειρήνη σχεδόν ψιθυριστά.
— Πάλι τα ίδια! — η Θεοδώρα Μαυρογιάννη σήκωσε τα χέρια αγανακτισμένη. — Η Δάφνη είναι εγγονή μου! Νοιάζομαι για εκείνη! Αλλά σκέφτομαι το αύριο, όχι μόνο το σήμερα! Ένα παιδί χρειάζεται χώρο, σπίτι, προοπτική! Όχι αυτή την τρύπα! Θα μεγαλώσει, θα σπουδάσει, θα ζήσει! Κι εσύ έχεις κολλήσει μόνο σε αυτή την επέμβαση!
— Γιατί χωρίς αυτή την επέμβαση μπορεί να μην υπάρξει αύριο για εκείνη! — φώναξε η Ειρήνη, πεταγόμενη όρθια.
Η πεθερά της σηκώθηκε επίσης, ίσιωσε την πλάτη και την κοίταξε αφ’ υψηλού.
— Μη μου υψώνεις τη φωνή! Είμαι μεγαλύτερη, ξέρω περισσότερα! Έχω μεγαλώσει τρία παιδιά και είναι μια χαρά, χωρίς ακριβά χειρουργεία και γιατρούς! Ο Αλέξανδρος μικρός έπεφτε, χτυπούσε το κεφάλι του, και τι έπαθε; Μια χαρά μυαλό έχει! Εσύ όμως είσαι υστερική, όλο πανικοβάλλεσαι! Και τώρα το ίδιο κάνεις!
— Φύγετε από το σπίτι μου, — είπε ήρεμα αλλά κοφτά η Ειρήνη.
— Τι είπες; — η Θεοδώρα Μαυρογιάννη την κοίταξε αποσβολωμένη.
— Να φύγετε. Από. Το. Σπίτι. Μου. Τώρα.
— Πώς τολμάς;! — το πρόσωπο της πεθεράς της κοκκίνισε από θυμό. — Αυτό είναι το σπίτι του γιου μου! Του γιου μου! Εσύ εδώ είσαι προσωρινή! Αν θέλουμε, σε βγάζουμε έξω! Όταν αγοράσουμε το καινούργιο διαμέρισμα, τότε θα δούμε ποιος θα έχει δικαίωμα και ποιος όχι!
— Φύγετε πριν καλέσω την αστυνομία, — είπε η Ειρήνη προχωρώντας προς το τηλέφωνο.
Η Θεοδώρα Μαυρογιάννη άρπαξε την τσάντα της, όμως πριν φύγει, της έριξε ένα βλέμμα γεμάτο μίσος.
— Θα το πληρώσεις αυτό! Ο Αλέξανδρος είναι γιος μου! Εμένα θα ακούσει! Τα χρήματα θα γίνουν δικά μας, ό,τι κι αν κάνεις! Θα του πω να τα πάρει πίσω από τους γονείς σου! Ή θα τα πάρει μόνος του από εδώ! Έχει περισσότερα δικαιώματα σε αυτό το σπίτι απ’ ό,τι εσύ!
Έφυγε κλείνοντας την πόρτα με δύναμη.
Η Ειρήνη έμεινε ακίνητη στη μέση του δωματίου. Τα χέρια της έτρεμαν ανεξέλεγκτα, το αίμα βούιζε στα αυτιά της. Το βλέμμα της έπεσε στο τραπέζι, στα έγγραφα και στον φάκελο με τα χρήματα. Στον φάκελο για τον οποίο οι γονείς της είχαν υποθηκεύσει το μοναδικό τους σπίτι. Στον φάκελο που η πεθερά της σκόπευε να αρπάξει για να εξασφαλίσει ένα καινούργιο διαμέρισμα — για τον εαυτό της και για τον γιο της.
Για τον γιο που είχε συμφωνήσει.
Είκοσι λεπτά αργότερα, η πόρτα άνοιξε ξανά. Ο Αλέξανδρος Μαυρίδης μπήκε μέσα και αμέσως είδε την Ειρήνη καθισμένη στον καναπέ, με τον φάκελο σφιγμένο στα χέρια. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό, τα χείλη της σφιγμένα.
— Γεια… — είπε διστακτικά. — Ήταν εδώ η μαμά;
— Ήταν, — απάντησε εκείνη χωρίς να τον κοιτάξει.
— Κοίτα, ήθελα να μιλήσουμε ήρεμα, αλλά εκείνη…
— Συμφώνησες να δοθούν τα χρήματα για το σπίτι, — τον διέκοψε η Ειρήνη. Δεν ρώτησε. Δήλωσε.
Ο Αλέξανδρος προχώρησε μέσα, άφησε το μπουφάν του στην καρέκλα.
— Ειρήνη, ας το δούμε ψύχραιμα. Είναι καλή ευκαιρία. Δυάρι σε καινούργια οικοδομή, καλή περιοχή. Εδώ στριμωχνόμαστε. Το χειρουργείο μπορεί να περιμένει λίγο. Οι γιατροί είπαν ότι μπορούμε να το καθυστερήσουμε μερικούς μήνες.
— Μίλησα εγώ με τους γιατρούς, — είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη. — Μου ξεκαθάρισαν ότι δεν υπάρχει περιθώριο αναμονής. Κάθε εβδομάδα είναι κρίσιμη. Αν χαθεί χρόνος, η Δάφνη κινδυνεύει να μείνει ανάπηρη.
Ο Αλέξανδρος δίστασε, και η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν.
