Η ταχύτητά του δεν άφηνε περιθώρια για δεύτερη σκέψη. Έφτασε στο παλιό τους διαμέρισμα τραβώντας πάνω του βιαστικά το «καλό» του παντελόνι φόρμας, εκείνο που φορούσε μόνο σε «σημαντικές περιστάσεις».
— Μαμά! Μαμά! Παραδόθηκε! — φώναζε πριν καν κλείσει η πόρτα πίσω του. — Υπέκυψε! Μας πήρε παλάτι! Σου το έλεγα! Εγώ είμαι άντρας! Τη λύγισα!
Η Στυλιανή Σολομωνίδη, που τα τελευταία λεπτά είχε κολλήσει το αυτί της στην πόρτα, έλαμψε ολόκληρη.
— Έρχομαι κι εγώ! — ανακοίνωσε αποφασιστικά. — Θέλω να δω πώς αυτή η… αρωματοποιός… κατέβασε το κεφάλι! Και φυσικά να δω τι είδους ανακαίνιση έκανε!
Μιάμιση ώρα αργότερα, στέκονταν μπροστά στο κτίριο. Η «Λαμπρού Μέλλοντος, 1» αποδείχθηκε ένας τεράστιος, άχαρος πύργος από μπετόν, είκοσι πέντε ορόφων, κολλημένος στην άκρη ενός εργοταξίου. Ο αέρας μαστίγωνε το πρόσωπο, μύριζε υγρασία, τσιμέντο και μια βαριά αίσθηση ματαιότητας.
— Κάτι… δεν μου κολλάει, — μουρμούρισε ο Μάκης, κοιτώντας ξανά τη διεύθυνση στο κινητό.
— Ίσως είναι… κάποιο πολυτελές συγκρότημα; — είπε διστακτικά η Στυλιανή, τυλίγοντας καλύτερα τον ξεθωριασμένο θεατρικό της σάλι.
Βρήκαν το σωστό διαμέρισμα στον δέκατο τρίτο όροφο. Η πόρτα ήταν λεπτή, σχεδόν χάρτινη, ντυμένη με φτηνό καφέ δερματίνη. Δεν ήταν καν κλειδωμένη.
Ο Μάκης την έσπρωξε.
Μπήκαν μέσα. Αν μπορούσε κανείς να το πει «μέσα». Δεκαοχτώ τετραγωνικά μέτρα γυμνού σκυροδέματος. Καλώδια ξεφύτρωναν από τους τοίχους σαν νεύρα. Σε μια γωνιά, εκεί που υποτίθεται ότι θα ήταν το μπάνιο, στεκόταν μόνος και εκτεθειμένος ένας λευκός, ο φθηνότερος δυνατός, λεκάνης. Στο κέντρο του χώρου υπήρχε ένα πτυσσόμενο κρεβάτι με παιδική κουβέρτα γεμάτη αυτοκινητάκια και δίπλα ένα πλαστικό σκαμπό. Πάνω του, ένα μπουκάλι από το πιο φτηνό αφρώδες κρασί και δύο πλαστικά ποτήρια.
Στον στραβό τοίχο κρεμόταν ένα φύλλο Α4. Με το χέρι γραμμένο: «Καλορίζικο».
— Αυτό… τι είναι; — ο Μάκης ένιωθε να χάνει την ισορροπία του. — Αποθήκη; Δανάη! Πού είσαι; Τι ανοησίες είναι αυτές;
Η πόρτα πίσω τους άνοιξε. Η Δανάη Αθανασίου μπήκε ήρεμα. Φορούσε κομψό παλτό και μύριζε «Joy» της Patou — άρωμα επιτυχίας και ακριβών λουλουδιών. Στο χέρι κρατούσε έναν φάκελο.
— Έκπληξη, — είπε χαμογελώντας.
— Τι… τι είναι αυτό;! — τσίριξε η Στυλιανή.
— Είναι διαμέρισμα, κυρία Στυλιανή. Στούντιο.
— Για ποιον;! Για υπηρέτρια;! — ο Μάκης άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο θρίαμβός του μύριζε τσιμέντο.
— Για εσένα, Μάκη, — απάντησε η Δανάη, ακουμπώντας τον φάκελο στο κρεβάτι. — Είναι δικό σου.
Ο Μάκης άρπαξε τα χαρτιά. Συμβόλαιο αγοράς. Αγοραστής: Δανάη Αθανασίου. Επόμενο έγγραφο: δωρεά. Ιδιοκτήτης… Μάκης Σολομωνίδης.
— Πώς… δικό μου; Και… το δικό μας;
— «Δικό μας» δεν υπάρχει, Μάκη, — είπε ήρεμα. — Υπάρχει το δικό μου και το δικό σου. Το μερίδιό σου από την παλιά πολυκατοικία το πήρες. Έναμισι εκατομμύριο. Τα… αξιοποίησες, απ’ ό,τι φαίνεται.
— Τα αξιοποίησα! — ούρλιαξε. — Αλλά εσύ… εσύ είπες…
— Εγώ αποφάσισα, — τον διέκοψε, — ότι ένας «αρχηγός οικογένειας» δεν γίνεται να ζει με τη μητέρα του. Δεν δείχνει κύρος. Γι’ αυτό, με τα δικά μου κληρονομικά χρήματα — εκείνα που τόσο πολύ διεκδικούσες — σου αγόρασα ξεχωριστή κατοικία. Όπως ήθελες. Είσαι ιδιοκτήτης. Είσαι ελεύθερος. Μπορείς να φέρνεις εδώ όποιες συσκευάστριες θες.
Τότε ο Μάκης εξερράγη.
— Τι έκανες;! — όρμησε προς το μέρος της, κατακόκκινος. — Με έκλεισες σε τρύπα κι εσύ κράτησες τα παλάτια; Απατεώνισσα!
— Πρόσεχε τα λόγια σου, — είπε η Δανάη, ακίνητη. Η ψυχραιμία της λειτουργούσε σαν αλεξίσφαιρο. — Σου χάρισα αυτό το σπίτι. Νομικά, δεν σου όφειλα τίποτα πέρα από τα χρήματά σου. Αλλά είπα να κάνω μια… γενναιόδωρη κίνηση. Δεν αγαπάς τις μεγάλες χειρονομίες;
— Θα… θα σε πάω στα δικαστήρια! — λαχάνιασε η Στυλιανή. — Μας έκλεψε, παιδί μου!
— Πηγαίνετε, — απάντησε η Δανάη. — Με ποιο αίτημα; «Υποχρεώστε την πρώην νύφη να χαρίσει πεντάρι αντί για στούντιο»; Φοβάμαι πως δεν θα συγκινήσετε κανέναν. Εσείς δεν ήσασταν στο θέατρο; Φανταστείτε το φινάλε. Εσείς και ο γιος σας σε ιδιόκτητο σπίτι. Αυλαία.
Ο Μάκης κοίταζε πότε τους γυμνούς τοίχους και πότε εκείνη. Κατάλαβε ότι είχε χάσει. Όχι απλώς χάσει — είχε ταπεινωθεί. Με κομψότητα, με κόστος και με άρωμα γαλλικού αρώματος.
— Εγώ… — ψέλλισε. Άρπαξε το μπουκάλι, προσπάθησε να το ανοίξει, μάταια. Το πέταξε με μανία στον τοίχο. Έσπασε, τον έλουσε αφρό.
— Ορίστε, — είπε η Δανάη. — Τα εγκαίνιά σου. Κυβέρνησε, Μάκη. Είσαι ιδιοκτήτης. Δεν το ήθελες; Ορίστε το «κράτος» σου. Δεκαοχτώ τετραγωνικά.
Γύρισε προς τη Στυλιανή.
— Κι εσάς, κυρία «σκηνοθέτις», σας ευχαριστώ ιδιαίτερα. Θέλατε τόσο πολύ ο Μάκης να είναι πλούσιος και ανεξάρτητος. Τώρα είναι. Ανεξάρτητος από εμένα. Ολοκληρωτικά.
Βγήκε και έκλεισε την πόρτα απ’ έξω. Τα κλειδιά έμειναν στη δική της πλευρά.
Κατεβαίνοντας με το ασανσέρ, γέλασε για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Όχι πικρά. Λυτρωμένα.
Ο Μάκης και η Στυλιανή έμειναν στο τσιμεντένιο κουτί.
— Ανόητε! — έκλαιγε η Στυλιανή, καθίζοντας στο κρεβάτι που κατέρρευσε αμέσως. — Τα χάλασες όλα! Σου έλεγα να τα γράφαμε σε μένα!
— Μαμά… σώπα… — μουρμούρισε εκείνος, σκουπίζοντας το κολλώδες ποτό από το πρόσωπό του. Κουλουριάστηκε δίπλα στον τοίχο. Μύριζε εργοστάσιο, μπετόν και απόλυτη ήττα.
…Πέρασε ένας χρόνος. Το μπουτίκ της Δανάης, «Ιντονάτσια», άνθιζε. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα στα σπίτια τους και κάθε Σαββατοκύριακο μαζεύονταν όλοι μαζί στη μητέρα τους. Η Πολυξένη Κωστόπουλου παντρεύτηκε έναν αξιοπρεπή χήρο και δούλευε πια σε ΚΕΠ, «για την ψυχή της».
Ο Μάκης συνέχισε να ζει στο στούντιο. Έκανε πρόχειρες επισκευές με υλικά που μάζευε από κάδους. Μία από τις συσκευάστριες μετακόμισε μαζί του. Οι καβγάδες τους ακούγονταν σε όλο τον όροφο. Η Στυλιανή δεν πήγαινε ποτέ. Έλεγε στους γείτονες πως ο «Μακάκης της» έφυγε για Αμερική, σε μεγάλες δουλειές. Όμως εκείνοι τον έβλεπαν κάθε πρωί στη στάση για το λεωφορείο της πτηνοτροφικής μονάδας.
Καμιά φορά, η Δανάη περνούσε με το αυτοκίνητο από τον Πολύγυρο. Κοιτούσε το μουντό κτίριο και σκεφτόταν…
Πόσο παράξενη είναι η ζωή. Αρκεί μια φορά να σταματήσεις να κάνεις «ό,τι πρέπει» και να αρχίσεις να κάνεις «ό,τι είναι σωστό», και η δικαιοσύνη βρίσκει μόνη της τη σωστή διεύθυνση. Ακόμα κι αν αυτή βρίσκεται στον δέκατο τρίτο όροφο, στην οδό Λαμπρού Μέλλοντος.
