«Καταθέτω αίτηση διαζυγίου. Και διαχωρισμό περιουσίας» — είπε η Δανάη με ατσάλι στη φωνή

Αυτή ήταν μια σκληρή, υπέροχη απόφαση γεμάτη αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

Το θέατρο είχε μόλις ρίξει αυλαία. Παύση. Διάλειμμα πριν από την επόμενη πράξη.

— Θα… θα το μετανιώσεις, — έφτυσε σχεδόν τις λέξεις η Στυλιανή Σολομωνίδη, με φωνή που έτρεμε από θυμό.
— Θα δούμε ποιος θα μετανιώσει, — αντέτεινε ο Μάκης Σολομωνίδης, αρπάζοντας βιαστικά το μπουφάν του. — Χωρίς εμένα είσαι ένα τίποτα! Μια απλή πωλήτρια! Θα σαπίσεις παρέα με τα μπουκαλάκια και τα αρώματά σου!

Έφυγαν χτυπώντας την πόρτα με τόση δύναμη, που ένα κομμάτι σοβά ξεκόλλησε από τον τοίχο και έπεσε στο πάτωμα με κρότο.

Η Αρτέμις Ζαχαριάδη βγήκε σιωπηλά από το δωμάτιό της και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μητέρα της.
— Μαμά… είσαι απίστευτη.
— Όχι, — απάντησε η Δανάη Αθανασίου, κουνώντας αργά το κεφάλι. Ένιωθε την ένταση να την εγκαταλείπει σαν αέρας από σκασμένο μπαλόνι. — Απλώς κουράστηκα. Κουράστηκα να ζω όπως «πρέπει».

Έπιασε το κινητό και κάλεσε την Πολυξένη Κωστόπουλου.
— Πολυ… ενεργοποιούμε το σχέδιο Β. Πρέπει να γίνει μια… συναλλαγή. Με το σπίτι. Και χρειάζομαι μια έκπληξη. Μια πολύ μεγάλη έκπληξη. Για τον… ακόμα σύζυγό μου.

Στην άλλη άκρη της γραμμής, η Πολυξένη γέλασε με εκείνο το γνώριμο, πονηρό της γέλιο.
— Λατρεύω τις εκπλήξεις, Δανάη…

Πέρασαν δύο μήνες. Δύο μήνες απόλυτης, σχεδόν μεθυστικής ησυχίας. Η Δανάη χώρισε οριστικά με τον Μάκη. Όπως ακριβώς το είχε προβλέψει, μόλις τα πράγματα έγιναν σοβαρά, εκείνος ξεφούσκωσε. Εμφανίστηκε στο δικαστήριο τσαλακωμένος, νευρικός, με την οσμή της χθεσινής νύχτας και μιας απροσδιόριστης μιζέριας. Η Στυλιανή Σολομωνίδη στεκόταν στον διάδρομο, ακουμπισμένη στον τοίχο, πετώντας αστραπές προς τη Δανάη, όμως στην αίθουσα δεν της επετράπη η είσοδος.

Το δυάρι χρουστσόφκα — το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που είχαν αποκτήσει μαζί — αποφασίστηκε να μοιραστεί. Το διαμέρισμα ήταν σε τέτοια κατάσταση, που η πώλησή του θα γινόταν μόνο με μεγάλη υποτίμηση. Η Δανάη, χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή, συμφώνησε να εξαγοράσει το μερίδιο του Μάκη. Του έδωσε το ποσό που του αναλογούσε από χρήματα της κληρονομιάς της.

Ο Μάκης, κρατώντας την επιταγή με ιδρωμένα δάχτυλα, ήταν πεπεισμένος ότι την είχε «τιμωρήσει».

— Κάτσε εδώ να σαπίσεις! — της φώναξε μετά τη δίκη. — Εγώ… εγώ ξεκινάω καινούρια ζωή! Τώρα είμαι περιζήτητος γαμπρός!

Η Δανάη απλώς χαμογέλασε.

Η Στυλιανή, καθώς αποχαιρετούσε τον γιο της, έφτυνε λόγια πίσω από την πλάτη της Δανάης:
— Θα χτυπάς το κεφάλι σου! Θα βρει μια που ούτε να τη φανταστείς δεν μπορείς! Όχι σαν εσένα, γριά… αρωματοποιέ!

Η Δανάη «χτύπησε το κεφάλι της» το ίδιο βράδυ. Άνοιξε ένα μπουκάλι ακριβής σαμπάνιας — κι αυτό από την κληρονομιά — και γιόρτασε με τα παιδιά και την Πολυξένη την ελευθερία της.

Η «καινούρια ζωή» του Μάκη, όμως, δεν ξεκίνησε ποτέ όπως τη φανταζόταν. Επέστρεψε στο σπίτι της μητέρας του. Η Στυλιανή, χωρίς πια αντίπαλο, διοχέτευσε όλο το θεατρικό της πάθος στον ίδιο της τον γιο.

— Μακάκι μου, γιατί πέταξες πάλι τις κάλτσες; Η Δανάη σε είχε καλομάθει!
— Μακάκι μου, ροχαλίζεις σαν τρακτέρ! Δεν είναι κόσμιο!
— Μακάκι μου, πάλι μυρίζεις εργοστάσιο! Στο μπάνιο αμέσως! Και πρόσεχε το χαλί μου!

Ο Μάκης, μαθημένος να τον υπηρετούν σιωπηλά, να βρίσκει το σπίτι καθαρό, το φαγητό έτοιμο και τον θαυμασμό προγραμματισμένο, βρέθηκε σε προσωπική κόλαση. Η μητέρα του ζητούσε φροντίδα, προσοχή και… χρήματα. Και το ενάμιση εκατομμύριο ευρώ που είχε πάρει εξαφανιζόταν με ανησυχητική ταχύτητα. Άλλωστε, ήταν «περιζήτητος». Αγόρασε καινούριο κινητό, μια χρυσή αλυσίδα — που έμοιαζε περισσότερο με αλυσίδα ποδηλάτου — και άρχισε να «επενδύει» σε νεαρές συσκευάστριες.

Σε ενάμιση μήνα, τα λεφτά τελείωσαν. Το τζιπ «Πατριώτης» έμεινε όνειρο. Ο Μάκης ξαναβρέθηκε απλός εργαζόμενος στο πτηνοτροφείο, να ζει με τη μητέρα του. Και τότε, τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία.

Όχι, δεν του έλειπε η Δανάη. Του έλειπε η άνεση. Το γεγονός ότι κάποιος άλλος έλυνε τα προβλήματα. Του έλειπαν οι σπιτικές σούπες, το καθαρό σπίτι, το άρωμα γαλλικών αρωμάτων — όχι η μυρωδιά εργοστασίου και το κοβαλτόλ της μάνας του.

Η Δανάη, αντίθετα, δεν έχανε χρόνο. Το διαμέρισμα στην Αλεξανδρούπολη το πούλησε γρήγορα και σε καλή τιμή. Τα παιδιά τα φρόντισε άμεσα: αγόρασε στην Αρτέμις και στον Ζαχαρία Κωνσταντίνου από ένα άνετο μονόχωρο σε καλή περιοχή. Για την ίδια διάλεξε ένα ζεστό, μοντέρνο διαμέρισμα σε καινούρια, αλλά ήδη κατοικημένη πολυκατοικία.

Παραιτήθηκε από το κατάστημα αρωμάτων, νοίκιασε έναν μικρό χώρο και άνοιξε το δικό της μπουτίκ: «Ιντονάτσια». Οι παλιοί της πελάτες την ακολούθησαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Η δουλειά άρχισε να ανθίζει.

Έμενε, όμως, μια εκκρεμότητα. Η «έκπληξη» για τον Μάκη.

— Πολυ, βρήκες τίποτα; — ρώτησε στο τηλέφωνο, τακτοποιώντας καινούρια μπουκάλια στα ράφια.
— Το βρήκα, Δανάη! — ψιθύρισε συνωμοτικά η Πολυξένη. — Ακριβώς όπως το ήθελες. Δεκαοχτώ τετραγωνικά. Μπετόν παντού. Αλλά… «στούντιο»! Και ξέρεις πού; Στον Πολύγυρο!

— Και πού πέφτει αυτό;
— Εκεί που ο Μάκης σου θα ήθελε δύο ώρες με τζιπ για να φτάσει. Αν είχε τζιπ. Νεόδμητο. Παράδοση σε μια βδομάδα. Γυμνοί τοίχοι. Θέα… σε άλλο ίδιο κτίριο. Τέλειο.

Η Δανάη γέλασε δυνατά.
— Το παίρνουμε. Προχώρα.

Έφτασε, λοιπόν, η μέρα «Χ». Ο Μάκης, εξαντλημένος από τις γκρίνιες της μητέρας και την έλλειψη χρημάτων, αποφάσισε να κάνει μια «μεγαλοψυχία». Της τηλεφώνησε.

— Δαναούλα… — άρχισε με φωνή παραπονιάρικη. — Γεια σου.
— Καλησπέρα, Μάκη, — απάντησε εκείνη ψύχραιμα.
— Εγώ… τα σκέφτηκα όλα. Ήμουν χαζός. Η μάνα μου… δεν το έκανε επίτηδες. Ζήλια ήταν. Επειδή είσαι όμορφη.

Η Δανάη αναστέναξε.
— Μάκη, πες μου τι θες.

— Μου έλειψες. Εσύ, τα παιδιά… Είμαστε οικογένεια. Μήπως να τα ξαναβρούμε; Εγώ… τα συγχωρώ όλα!

Η Δανάη παραλίγο να πνιγεί με τον καφέ της.
— Θα με συγχωρήσεις; Μάκη, είσαι μοναδικός.

— Ε, εννοώ… να ξεκινήσουμε από την αρχή! Εσύ μόνη, εγώ μόνος… μαζί είμαστε δυνατοί!

— Μάκη, ήθελα κι εγώ να σου μιλήσω, — είπε ήρεμα. — Έφυγα από το παλιό μας σπίτι. Το πούλησα.

Σιωπή. Πανικός.
— Πώς… το πούλησες; Κι εγώ; Εμείς;

— Μην ανησυχείς. Σκέφτομαι το μέλλον. Σου πήρα νέο σπίτι. Δηλαδή… σου αγόρασα διαμέρισμα. Είχα μια έκπληξη.

Ο Μάκης αναστέναξε ανακουφισμένος. Δεν άκουσε το «σου». Άκουσε μόνο το «αγόρασα».

— Δανάη! Χρυσή μου! Το ήξερα! Δεν αντέχεις χωρίς εμένα! Πού είναι; Έρχομαι τώρα!

— Γράψε διεύθυνση, — είπε εκείνη. — Πολύγυρος, οδός Λαμπρού Μέλλοντος, αριθμός 1, κτίριο 3…

Ο Μάκης ήδη έτρεχε, χωρίς να δώσει σημασία στις λεπτομέρειες, έτοιμος να μπει στο επόμενο κεφάλαιο που πίστευε πως του ανήκε.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής