«Καταθέτω αίτηση διαζυγίου. Και διαχωρισμό περιουσίας» — είπε η Δανάη με ατσάλι στη φωνή

Αυτή ήταν μια σκληρή, υπέροχη απόφαση γεμάτη αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

Η Δανάη Αθανασίου δεν πρόλαβε να απαντήσει· την πρόλαβε η κόρη της.

— Είναι της μαμάς η κληρονομιά! — πέταξε κοφτά, με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση.

— Σιωπή, νεολαία! — αγρίεψε ο Μάκης Σολομωνίδης, βγαίνοντας στον διάδρομο ενώ ήδη περνούσε το μανίκι του μπουφάν. — Πάω στη βραδινή βάρδια. Μέχρι να γυρίσω, Δανάη, θέλω απάντηση. Τη σωστή. Δεν θα ήθελες να τινάξεις την οικογένεια στον αέρα, έτσι δεν είναι;

Η πόρτα έκλεισε με δύναμη πίσω του.

Η Δανάη έμεινε όρθια για λίγα δευτερόλεπτα και μετά κάθισε βαριά στο σκαμπό της κουζίνας. «Να διαλύσεις την οικογένεια». Τη φράση αυτή την άκουγε σχεδόν δυο δεκαετίες. Εξαιτίας της δεν είχε δεχτεί προαγωγή — ο Μάκης θα «ένιωθε μειονεκτικά». Δεν της επιτρεπόταν να πάει διακοπές με φίλες — «η σωστή σύζυγος ξεκουράζεται μόνο με τον άντρα της» (δηλαδή στο εξοχικό της Στυλιανής Σολομωνίδη, σκάβοντας πατάτες). Δεν είχε δικαίωμα ούτε σε ένα ακριβό άρωμα — «για ποιον; σπίτι κάθεσαι, και στο εργοστάσιο φτάνει να ψεκαστώ με κάτι φτηνό».

Όλη της η ζωή είχε μπει κάτω από τη βαριά ταμπέλα του «έτσι πρέπει». Και τώρα αυτό το «πρέπει» απαιτούσε να παραδώσει δεκαπέντε εκατομμύρια σε έναν άνθρωπο που θεωρούσε κορύφωση ανδρισμού την αγορά ενός τζιπ «Patriot».

Πήρε τηλέφωνο την Πολυξένη Κωστόπουλου. Τη ξαδέρφη της. Η Πολυξένη δούλευε σε δημόσια υπηρεσία, ήταν χωρισμένη, καυστική και —παρά τη σκληρή της γλώσσα— απίστευτα διορατική.

— Πολυ, γεια… χρειάζομαι τσίρκο; — ρώτησε η Δανάη κουρασμένα.

— Περιοδεύον; — ακούστηκε το ειρωνικό γελάκι από την άλλη άκρη. — Από τον τόνο σου, μυρίζει παράσταση της Στυλιανής Σολομωνίδη.

Η Δανάη τα είπε όλα. Η Πολυξένη δεν μιλούσε, μόνο η ανάσα της ακουγόταν βαριά στο ακουστικό.

— Δανάη, — είπε τελικά. — Θα σου πω μια ιστορία. Για να καταλάβεις. Δούλευε κάποτε στο γραφείο μας η Σταματία Οικονόμου. Ήσυχη, σχεδόν αόρατη. Και ο άντρας της… ε, ίδιος ο Μάκης σου, απλώς με άλλο πρόσωπο. Κι αυτός «κουμάντο». Κάποια στιγμή, η Σταματία κληρονόμησε από τη γιαγιά της ένα σπιτάκι έξω από την πόλη. Μικρό, αλλά δικό της.
Η Πολυξένη σταμάτησε για λίγο, μάλλον άναβε τσιγάρο.
— Και τότε άρχισε το ίδιο τροπάρι: «δεν γίνεται να είναι στο όνομά σου, εγώ είμαι ο άντρας, θα το μεγαλώσω, θα επενδύσω». Και η Σταματία… υπέγραψε. Ξέρεις τι έγινε σε έξι μήνες;

— Τι; — ρώτησε η Δανάη σχεδόν ψιθυριστά.

— Το πούλησε. Αγόρασε ένα μικρό διαμέρισμα και —σωστά μάντεψες— το έγραψε στη μάνα του. Τη Σταματία την πέταξε έξω. «Δεν μου κάνεις, είσαι φτωχή», της είπε. Ήρθε σε μένα να καταθέσει αίτηση διαζυγίου, τα χέρια της έτρεμαν τόσο που δεν μπορούσε να κρατήσει το στυλό. «Μα πώς;» έλεγε. «Αφού ήταν… ο αρχηγός».

— Και εσύ; — ρώτησε η Δανάη.

— Της είπα το εξής: αρχηγός είναι αυτός που φέρνει πράγματα στο σπίτι. Όχι εκείνος που τα αρπάζει και τα βγάζει έξω. Αυτός λέγεται αλλιώς. Με Β. Βλέπεις πού το πάω.

Η Δανάη δεν μίλησε.

— Άκου με, — συνέχισε πιο σοβαρά η Πολυξένη. — Αυτά είναι δικά σου χρήματα. Είναι η ευκαιρία σου. Για σένα και για τα παιδιά. Και ο Μάκης… αν είναι πραγματικός άντρας, θα αντέξει να έχει γυναίκα με λεφτά. Αν πάλι είναι απλώς υπάλληλος σε πτηνοτροφείο, τότε τι να τον κάνεις; Είναι άχρηστο περιουσιακό στοιχείο. Δεν αποδίδει.

Η Δανάη έκλεισε το τηλέφωνο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Την κοίταζε μια γυναίκα σαρανταπέντε ετών — όμορφη, αλλά κουρασμένη. Έφερε τον καρπό της στη μύτη. Το αγαπημένο της άρωμα. «Amouage». Λιβάνι, τριαντάφυλλο, ελευθερία. Το είχε αγοράσει κρυφά, με την τελευταία της επιβράβευση.

Το βράδυ ο Μάκης γύρισε εκνευρισμένος. Η βάρδια, προφανώς, δεν πήγε καλά. Μύριζε έντονα, σαν να είχε αγκαλιάσει όλα τα κοτόπουλα της μονάδας.

— Λοιπόν; — γάβγισε από την είσοδο. — Πότε πάμε για την εξουσιοδότηση;

Η Δανάη καθόταν στην πολυθρόνα. Ήρεμη. Τα παιδιά, διαισθανόμενα την ένταση, είχαν κλειστεί στο δωμάτιό τους.

— Ποτέ, Μάκη, — απάντησε χαμηλόφωνα.

— Τι είπες;! — πετάχτηκε. — Τρελάθηκες;

— Αποφάσισα να αγοράσω από ένα σπίτι για τα παιδιά. Να ζήσουν ανθρώπινα. Και για μένα, ένα μικρό στούντιο.

— Κι εγώ;! — ούρλιαξε. — Και το τζιπ;

— Εσύ, — η Δανάη σηκώθηκε, και στη φωνή της μπήκε εκείνο το ατσάλι που εκτιμούσαν τόσο οι πελάτες της, — θα πάρεις το μερίδιό σου από αυτό το διαμέρισμα. Στο διαζύγιο.

Ο Μάκης έμεινε άναυδος. Το πρόσωπό του κοκκίνισε.

— Διαζύγιο;! Για τα λεφτά;!

— Όχι. Για το τζιπ «Patriot».

Δεν κατάλαβε την ειρωνεία. Άρπαξε το κινητό.

— Μαμά! Μαμά, μας προδίδει! Θέλει να χωρίσουμε!

Τα επόμενα λεπτά θύμιζαν κακό ερασιτεχνικό θέατρο. Η Στυλιανή Σολομωνίδη έφτασε λαχανιασμένη, μπαίνοντας στο σπίτι σαν μανιασμένη.

— Ανήθικη! — ούρλιαξε, αγνοώντας τα παιδιά. — Θες να γδάρεις τον γιο μου; Να τον αφήσεις άφραγκο;

— Του αφήνω το μισό από ό,τι αποκτήσαμε μαζί. Δηλαδή αυτό το σπίτι, — απάντησε ψύχραιμα η Δανάη. — Η κληρονομιά μου, όμως…

— Δεν είναι δική σου! — πετάχτηκε ο Μάκης. — Παντρεμένη την πήρες!

— Μπαμπά, άνοιξε τον νόμο, — παρενέβη ο Ζαχαρίας Κωνσταντίνου, κρατώντας ήδη το λάπτοπ. — Άρθρο 36. Ό,τι αποκτάται με κληρονομιά ανήκει αποκλειστικά στον σύζυγο που το λαμβάνει. Στη μαμά.

Η Στυλιανή τον κοίταξε σαν προδότη.

— Έξυπνος μας βγήκες… ίδια η μάνα σου!

— Ευχαριστώ, — χαμογέλασε η Δανάη.

— Δανάη! — ο Μάκης έριξε το τελευταίο του χαρτί. — Εγώ… σ’ αγαπάω!

Η Δανάη γέλασε σιγά.

— Αγάπη δεν είναι το «δώσε». Αγάπη είναι το «πάρε». Μου έδωσες ποτέ κάτι; Εκτός από προβλήματα από το πτηνοτροφείο;

Σιωπή. Ο Μάκης έπιασε το στήθος του. Η Στυλιανή έτρεξε να βρει σταγόνες.

— Θα τον σκοτώσεις! — ψιθύριζε.

— Μάκη, — είπε ήρεμα η Δανάη. — Καταθέτω αίτηση διαζυγίου. Και διαχωρισμό περιουσίας.

— Δεν συναινώ! — φώναξε, «θεραπευμένος» ξαφνικά.

— Θα συναινέσεις, — απάντησε αδιάφορα. — Τώρα, αν μου επιτρέπετε, αύριο έχω δύσκολη μέρα. Στυλιανή Σολομωνίδη, φαντάζομαι ο Μάκης θα κοιμηθεί απόψε σε εσάς.

Η Στυλιανή πάγωσε, κρατώντας το ποτήρι στον αέρα, συνειδητοποιώντας ότι το παιχνίδι μόλις είχε τελειώσει.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής