«Δεν έφυγες για τη μητέρα σου» — είπα ψύχραιμα, κρατώντας την Καλλιόπη στην αγκαλιά μου

Αδικαιολόγητη σιωπή, απελπιστική εγκατάλειψη, πικρά ψέματα
Ιστορίες

Ο σύζυγός μου έφυγε ξαφνικά για να φροντίσει τη βαριά άρρωστη μητέρα του. Πέρασε ένας ολόκληρος μήνας χωρίς ούτε ένα τηλεφώνημα, χωρίς καμία επίσκεψη. Η σιωπή έγινε αφόρητη. Δεν άντεξα άλλο και αποφάσισα να πάω εγώ εκεί, παίρνοντας μαζί και την κόρη μας. Σκόπευα να του κάνω έκπληξη, όμως όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι, είδα την εξώπορτα μισάνοιχτη και, σχεδόν άθελά μου, στάθηκα να ακούσω τη συζήτηση που εξελισσόταν μέσα…

Με λένε Αριάδνη Μιχαλοπούλου και εργάζομαι ως νοσηλεύτρια σε δημόσια κλινική της πόλης. Η καθημερινότητά μου δεν είναι εύκολη: νυχτερινές βάρδιες, εξαντλητικοί ρυθμοί, ευθύνη που δεν σε αφήνει ποτέ να χαλαρώσεις. Παρ’ όλα αυτά, ήξερα πάντα γιατί άντεχα. Όταν επέστρεφα στο σπίτι εξουθενωμένη, με υποδεχόταν σταθερά το φωτεινό χαμόγελο της επτάχρονης κόρης μου, της Καλλιόπης, και τότε όλη η κούραση διαλυόταν μονομιάς.

— Μαμά, κοίτα τι ζωγράφισα σήμερα στο σχολείο! — φώναζε γεμάτη ενθουσιασμό μόλις περνούσα το κατώφλι, τείνοντάς μου ένα καινούργιο σχέδιο.

Σε κάθε ζωγραφιά ήμασταν πάντα και οι τρεις: πιασμένοι χέρι-χέρι, χαμογελαστοί, μια οικογένεια ενωμένη.

— Είναι υπέροχο, αγάπη μου. Έχεις πραγματικό ταλέντο, — της έλεγα και στερέωνα προσεκτικά το χαρτί στον τοίχο της κουζίνας, δίπλα στα προηγούμενα. Εκεί είχε δημιουργηθεί με τον καιρό μια ολόκληρη πινακοθήκη της ευτυχίας μας.

Ο Αλέξανδρος Καρακόστας έλειπε πλέον έναν μήνα. Τριάντα μέρες χωρίς τη φωνή του, χωρίς το γέλιο του, χωρίς την παρουσία του. Ο άντρας μου εργαζόταν ως στέλεχος σε μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία. Γνωριστήκαμε στα φοιτητικά μας χρόνια, από το πρώτο κιόλας έτος. Μου είχε εμπνεύσει εμπιστοσύνη από την αρχή: ήρεμος, ευγενικός, ειλικρινής με έναν τρόπο σπάνιο. Με κέρδισε με τη διακριτικότητά του, τα λουλούδια που μου έφερνε, τις απλές εξόδους για καφέ. Ο γάμος μας, έπειτα από χρόνια σχέσης, έμοιαζε γερός και αρμονικός. Μετά τη γέννηση της Καλλιόπης προσπαθούσαμε να ισορροπήσουμε καριέρα και οικογένεια, και συχνά οι γείτονες μας ανέφεραν ως παράδειγμα.

«Οι Μιχαλοπούλου είναι δεμένοι», άκουγα καμιά φορά.

Και πράγματι ήμασταν… ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. Κάθε μικρή αμφιβολία που γεννιόταν μέσα μου την έδιωχνα επίμονα. Όλα όμως άλλαξαν έναν μήνα πριν. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός: η μητέρα του Αλέξανδρου, η Κλεοπάτρα Χατζηκωνσταντίνου, είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Χρόνια πριν είχε χάσει τον σύζυγό της και ζούσε μόνη της στο Καστέλλι, περίπου τρεις ώρες μακριά από εμάς. Ήταν γυναίκα αυστηρή, με έντονο χαρακτήρα, όχι εύκολη στις σχέσεις, όμως για χάρη του Αλέξανδρου προσπαθούσα πάντα να κρατώ ισορροπίες.

Την ημέρα που μου το ανακοίνωσε, με πλησίασε εμφανώς φορτισμένος.

— Αριάδνη, η μητέρα μου είναι πολύ άσχημα. Χρειάζεται κάποιον διαρκώς δίπλα της. Θα πάω να μείνω εκεί για λίγο.

Απόρησα.

— Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα; — ρώτησα ήρεμα. — Θα μπορούσαμε να πάμε μαζί. Να βοηθήσουμε, να βρούμε μια νοσηλεύτρια, να πάρω άδεια από τη δουλειά.

Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα, σαν να είχε ξαφνικά ενδιαφέρον το χαλί.

— Όχι, δεν χρειάζεται. Θα είναι προσωρινό. Δεν αντέχει να βλέπει κόσμο. Θα τα καταφέρω μόνος μου.

Ο τρόπος που μίλησε με ανησύχησε. Δεν ήταν απότομος, αλλά αποστασιοποιημένος, σαν να είχε υψωθεί ανάμεσά μας ένας αόρατος τοίχος. Παρ’ όλα αυτά, το απέδωσα στην αγωνία του. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα απαλά και του είπα πως θα τον καλώ καθημερινά.

Τις πρώτες μέρες επικοινωνούσε συχνά. Μιλούσε λιτά, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, έλεγε πως η Κλεοπάτρα Χατζηκωνσταντίνου είχε αδυναμία, πίεση που ανέβαινε, αλλά γενικά η κατάσταση ελεγχόταν. Στη συνέχεια, τα τηλεφωνήματα αραίωσαν. Τα μηνύματα έγιναν κοφτά. Κάποιες φορές δεν απαντούσε για ολόκληρα εικοσιτετράωρα, επικαλούμενος εξάντληση ή κακό σήμα.

Πέρασε η πρώτη εβδομάδα. Ύστερα η δεύτερη. Μετά και η τρίτη.

Προσπαθούσα να συγκρατήσω το μυαλό μου από μαύρες σκέψεις, όμως μια βαριά ανησυχία φώλιαζε μέσα μου. Η Καλλιόπη με ρωτούσε ολοένα και πιο συχνά πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς. Της χαμογελούσα, της χάιδευα τα μαλλιά και της έλεγα ότι σύντομα, αν και μέσα μου δεν ήμουν πια τόσο σίγουρη.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής