…έτσι είναι η καθημερινότητα του γιου σας, κυρία Χρυσούλα Παναγιωτίδη, στην πιο αυθεντική της μορφή.
— Ισμήνη! Είσαι γυναίκα! Έχεις υποχρεώσεις, οφείλεις να…
— Δεν οφείλω απολύτως τίποτα, — την έκοψα ψύχραιμα. — Ο Σπυρίδων είπε ότι είμαι τεμπέλα και άχρηστη. Αποφάσισα, λοιπόν, να σταθώ αντάξια της άποψής του.
— Μα εκείνος δουλεύει! Κουράζεται!
— Κι εγώ δεν κουράζομαι; — σηκώθηκα όρθια. — Ελάτε μαζί μου, να σας δείξω κάτι.
Την οδήγησα στο μπάνιο. Το καλάθι των απλύτων είχε ξεχειλίσει. Κάλτσες του Σπυρίδωνα σκορπισμένες παντού, στο πάτωμα, πίσω από την πόρτα, δίπλα στο πλυντήριο.
— Τα βλέπετε; — της είπα. — Τέσσερις μέρες. Αυτό είναι αποκλειστικά δικό του έργο. Εγώ καθάριζα μόνο για μένα και τον Άγγελο Νικολόπουλο. Αυτή είναι η “συμμετοχή” του γιου σας.
Τα χείλη της σφίχτηκαν. Ήταν γυναίκα σχολαστική, λάτρευε την καθαριότητα· μια τέτοια εικόνα για εκείνη ήταν προσωπική προσβολή.
Προχώρησε αποφασιστικά στην κουζίνα, άνοιξε το μάτι της κουζίνας. Το εσωτερικό έσταζε λίπος.
— Σπυρίδωνα! — φώναξε.
Εκείνος εμφανίστηκε από το υπνοδωμάτιο, μισοκοιμισμένος, φορώντας μόνο το εσώρουχό του.
— Ω, μαμά! Ήρθες; Έφερες κεφτεδάκια; Γιατί αυτή εδώ… — έγνεψε προς το μέρος μου, — δεν με ταΐζει.
— Θα σου δείξω εγώ κεφτεδάκια! — ξέσπασε η Χρυσούλα Παναγιωτίδη. Άρπαξε το βρώμικο πετσετάκι από το τραπέζι και τον χτύπησε στον ώμο.
— Αχ! Μαμά, τι κάνεις;
— Γουρούνι! Σε τι κατάντησες το σπίτι; Έτσι σε μεγάλωσα; Κάλτσες παντού, τουαλέτα… φτου!
— Μαμά, η Ισμήνη έπρεπε…
— Η Ισμήνη δεν είναι υπηρέτριά σου! Είναι γυναίκα σου και μάνα του παιδιού σου! Κι εσύ, ανεπρόκοπε, ούτε τα στοιχειώδη δεν μπορείς να μαζέψεις; Της μπλόκαρες τα χρήματα; Εσύ;
— Ε, ήταν… παιδαγωγικό μέτρο…
— Θα σου δείξω εγώ μέτρο! — άνοιξε το πορτοφόλι της. — Ισμήνη, πόσα σου χρωστάει για τρόφιμα;
— Πέντε χιλιάδες την εβδομάδα.
Έβγαλε το ποσό και το άφησε στο τραπέζι.
— Πάρε, αγόρασε κανονικό φαγητό για σένα και τον Άγγελο. Αυτός ας τρώει κατεψυγμένα μέχρι να μάθει να καθαρίζει την τουαλέτα.
Γύρισε και τον κοίταξε κατάματα.
— Ντρέπομαι για σένα, Σπυρίδωνα. Σε νόμιζα άντρα, αλλά είσαι απλώς ένα παράσιτο της καθημερινότητας.
Πήρε την τσάντα με τα κεφτεδάκια και έφυγε. Ο Σπυρίδων έμεινε ακίνητος, με το στόμα ανοιχτό. Ο πιο πιστός του σύμμαχος είχε μόλις αλλάξει στρατόπεδο.
Δευτέρα πρωί. Τον περίμενε σημαντική παρουσίαση: ετήσιος απολογισμός μπροστά σε επενδυτές. Χρειαζόταν απεγνωσμένα το «τυχερό» του σκούρο μπλε κοστούμι και τον φάκελο με τα έγγραφα.
Έτρεξε στη ντουλάπα. Το κοστούμι έλειπε.
— Ισμήνη! Πού είναι το κοστούμι μου;
— Στην καρέκλα, — απάντησα από την κουζίνα.
Όρμησε στο σαλόνι. Το κοστούμι κρεμόταν εκεί, καλυμμένο με άσπρες τρίχες γάτας και με έναν χοντρό λεκέ λίπους στο πέτο.
— Δεν… δεν το καθάρισες;
— Για ποιο λόγο; Αφού μου έκοψες τα χρήματα. Το καθαριστήριο πληρώνεται.
— Δεν προλαβαίνω! Σε μία ώρα παρουσιάζω!
Άρπαξε τον φάκελο από το τραπέζι, τον άνοιξε και ούρλιαξε.
Στο εξώφυλλο δέσποζε μια ζωγραφιά με κόκκινο μαρκαδόρο: ένα ανθρωπάκι και από κάτω η λεζάντα «ΜΠΑΜΠΑΣ ΤΣΙΓΓΟΥΝΗΣ». Ο Άγγελος είχε δώσει τον καλύτερό του εαυτό.
— Αααα! — φώναξε. — Πώς το άφησες αυτό; Το παιδί κατέστρεψε τα χαρτιά μου!
— Εγώ ξεκουραζόμουν. Η επίβλεψη παιδιού είναι εργασία και εγώ απεργώ.
Στεκόταν στο κέντρο του δωματίου, με βρώμικο κοστούμι, χαλασμένη αναφορά και μία μόνο κάλτσα. Η δεύτερη είχε χαθεί στο χάος των απλύτων.
— Μου καταστρέφεις την καριέρα! — ούρλιαζε. — Μου χαλάς τη ζωή! Θα σε διαλύσω!
— Όχι, αγάπη μου, — σηκώθηκα. — Εσύ τη διαλύεις μόνος σου. Δεν εκτίμησες ποτέ τη στήριξη που σου παρείχα. Νόμιζες πως η τάξη και η φροντίδα είναι δωρεάν. Τώρα δεν υπάρχει πια “μετόπισθεν”. Πήγαινε έτσι, με λεκέδες και τον “μπαμπά τσιγκούνη”. Ας δουν οι επενδυτές πόσο επιτυχημένος μάνατζερ είσαι, που ούτε στο σπίτι του δεν μπορεί να βάλει τάξη.
Με κοίταξε με μίσος και φόβο. Κατάλαβε πως δεν θα υποχωρούσα. Άρπαξε το σακάκι, τον φάκελο και έφυγε τρέχοντας, ξεχνώντας να φορέσει τη δεύτερη κάλτσα.
Όλη μέρα περίμενα τηλέφωνο. Περίμενα φωνές. Δεν ήρθε τίποτα. Γύρισε στις οκτώ το βράδυ. Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό, εξαντλημένο.
Στα χέρια κρατούσε ένα τεράστιο μπουκέτο τριαντάφυλλα και σακούλες από ακριβό εστιατόριο. Μπήκε στην κουζίνα και τα άφησε στο τραπέζι. Στο διαμέρισμα απλωνόταν ακόμη η βαριά μυρωδιά της ακαταστασίας, προετοιμάζοντας σιωπηλά όσα θα ακολουθούσαν.
