Χωρίς να σηκώσω το κεφάλι από τις σελίδες, γύρισα αργά ένα φύλλο του βιβλίου μου, απολαμβάνοντας τη σιωπή που τον εκνεύριζε.
— Τι θα πει «στο καλάθι»; Την πέταξα χθες εκεί μέσα! Γιατί δεν πλύθηκε;
— Μα είμαι τεμπέλα και άχρηστη, — απάντησα ανέμελα. — Βαριέμαι να πατάω κουμπιά. Δεν σηκώνω τσουβάλια, αλλά κι αυτό κουράζει.
Ο Σπυρίδων Ξενάκης εισέβαλε στην κουζίνα, κατακόκκινος.
— Με δουλεύεις; Έχω σύσκεψη!
— Φόρα το άσπρο πουκάμισο.
— Το άσπρο είναι ασιδέρωτο!
— Το σίδερο είναι στην ντουλάπα, η σιδερώστρα πίσω από την πόρτα. Καλή επιτυχία.
— Μιλάς σοβαρά; Και το πρωινό;
— Για μένα και τον Άγγελο Νικολόπουλο έφτιαξα. Εσύ μπορείς να φας στην καντίνα. Αφού φέρνεις τα λεφτά, δεν θα δυσκολευτείς.
Στένεψε τα μάτια του.
— Μάλιστα… Αφού το πας έτσι…
Άρπαξε το κινητό και άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας.
— Σου κόβω την πρόσθετη κάρτα. Και χρήματα για ψώνια τέλος. Αφού δεν κάνεις αυτά που «οφείλεις», δεν θα σε συντηρώ. Ζήσε με τα τριάντα χιλιάρικα τον μήνα και θα δούμε πόσο θα αντέξεις.
— Σύμφωνοι, — είπα σηκώνοντας τους ώμους. — Θα ζήσω με τα δικά μου.
Φόρεσε το τσαλακωμένο πουκάμισο, έδεσε τη γραβάτα στραβά και έφυγε κλείνοντας την πόρτα με δύναμη.
Το βράδυ γύρισε πεινασμένος.
— Τι έχουμε για φαγητό;
— Εγώ και ο Άγγελος τρώμε φακές με κοτόπουλο. Εσύ ό,τι αγόρασες.
— Δεν αγόρασα τίποτα! Εσύ δεν ψωνίζεις;
— Με ποια χρήματα; Την κάρτα την έκλεισες. Τα λεφτά μου είναι δικά μου. Αγόρασα μόνο για μένα και το παιδί.
— Με αφήνεις νηστικό;
— Όχι. Απλώς δεν ταΐζω παράσιτα. Δεν είπες ότι όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει; Εγώ «δεν δουλεύω» στο σπίτι, άρα δεν με ταΐζεις. Εσύ δεν μου δίνεις χρήματα, άρα δεν σε ταΐζω. Απλή λογική.
Άνοιξε το ψυγείο. Μέσα υπήρχαν τα τάπερ μου, τακτοποιημένα και μαρκαρισμένα: «ΙΣΜΗΝΗ», «ΑΓΓΕΛΟΣ».
Πήγε να πιάσει ένα.
— Μην το αγγίζεις, — είπα ήρεμα. — Είναι για αύριο. Αν το φας, δεν θα ξαναμαγειρέψω.
Έβρισε χαμηλόφωνα, έβγαλε από την κατάψυξη κάτι ξεχασμένα κατεψυγμένα ζυμαρικά μηνών. Τα έβρασε και φυσικά άφησε την κατσαρόλα άπλυτη.
Ο πόλεμος μπήκε σε φάση χαρακωμάτων.
Την Παρασκευή ήταν το περιβόητο εταιρικό δείπνο. Ο Σπυρίδων ετοιμαζόταν δυο ώρες, σιδέρωσε κοστούμι, ψέκασε άρωμα υπερβολικά.
— Ετοιμάστηκες; — φώναξε.
Βγήκα φορώντας παλιά τζιν και ένα απλό πουλόβερ. Άβαφη, με τα μαλλιά δεμένα πρόχειρα.
— Με αυτό θα πας; — το μάτι του τρεμόπαιξε.
— Φυσικά. Είπες πως δεν υπάρχουν λεφτά για φόρεμα ούτε για κομμωτήριο. Το μπλε φόρεμα το έφαγαν οι σκόροι. Οπότε, αυτό έχω.
— Θα με κάνεις ρεζίλι! Εκεί θα είναι γυναίκες ιδιοκτητών με διαμάντια!
— Ε, οι άντρες τους μάλλον είναι γενναιόδωροι. Εγώ είμαι σύζυγος μάνατζερ που μετράει κάθε ευρώ. Ας δουν την πραγματικότητα.
— Δεν πας πουθενά! — ούρλιαξε. — Θα μείνεις σπίτι!
— Με χαρά, — έβγαλα τα παπούτσια. — Να περάσεις υπέροχα.
Έφυγε μόνος, έξαλλος.
Γύρισε χαράματα, μεθυσμένος.
— Όλοι ρωτούσαν πού ήσουν, — γκρίνιαζε. — Είπα ότι ήσουν άρρωστη. Αναγκάστηκα να λέω ψέματα εξαιτίας σου!
— Κρίμα, — του είπα. — Πήγαινε να κοιμηθείς στον καναπέ. Το υπνοδωμάτιο μυρίζει αλκοόλ.
Το Σάββατο το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Χρυσούλα Παναγιωτίδη.
— Ισμήνη! — τσίριξε. — Ο Σπύρος με πήρε! Λέει πως τον αφήνεις νηστικό, δεν πλένεις πουκάμισα, δεν πήγες ούτε στο εταιρικό! Δεν ντρέπεσαι καθόλου;
— Ελάτε από εδώ, κυρία Χρυσούλα, — απάντησα ήρεμα. — Δείτε με τα μάτια σας.
— Θα έρθω! Τώρα! Να βάλω μια τάξη!
Ήρθε σε μία ώρα, φορτωμένη σακούλες με κεφτέδες για το παιδί της. Μπήκε στο σπίτι και… πάγωσε.
Η δυσοσμία την χτύπησε κατευθείαν. Ο κάδος ξεχείλιζε, τέσσερις μέρες άπλυτος. Στον νεροχύτη υψωνόταν βουνό από πιάτα, ξεραμένη σάλτσα, κατσαρόλες με κολλημένα αποφάγια, φλιτζάνια με μούχλα. Στον διάδρομο, λάσπες από τα παπούτσια του Σπυρίδωνα.
Κι εγώ καθόμουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα, με μάσκα προσώπου, ξεφυλλίζοντας περιοδικό.
— Παναγία μου… — ψιθύρισε. — Τι είναι αυτό; Στάβλος;
— Είναι το σπίτι του γιου σας, — απάντησα ήρεμα, προετοιμάζοντας τη συζήτηση που θα ακολουθούσε.
