«Από σήμερα, επίσημα, δεν θα κάνω τίποτα» — κήρυξα απεργία ψύχραιμα και πάτησα το κουμπί “Off” στο πλυντήριο πιάτων

Αρνήθηκα να είμαι το παράσιτο του σπιτιού.
Ιστορίες

— «Είσαι άχρηστη, παράσιτο, δεν προσφέρεις τίποτα!» — ο άντρας μου μπλόκαρε την κάρτα μου και απαίτησε άψογη καθημερινότητα χωρίς καμία αμοιβή. Του χαμογέλασα ψύχραιμα και κήρυξα απεργία. Τέσσερις μέρες αργότερα πήγε στη δουλειά με βρόμικο κοστούμι και στο σπίτι τον περίμενε η μητέρα του με τη ζώνη…

Στεκόμουν μπροστά στο παράθυρο και παρακολουθούσα πώς ο Σπυρίδων Ξενάκης πάρκαρε το Ford του. Με άνεση ιδιοκτήτη, έπιανε ενάμιση χώρο και μισό γκαζόν. Ακριβώς έτσι συμπεριφερόταν και μέσα στο σπίτι: απλωνόταν παντού, χωρίς να υπολογίζει κανέναν άλλον.

Το διαμέρισμα μύριζε καθαριότητα και πίτα με λάχανο. Είχα αφιερώσει τρεις ολόκληρες ώρες στο συμμάζεμα, είχα σιδερώσει έναν σωρό ρούχα και είχα πεταχτεί μέχρι τη λαϊκή για φρέσκο, χωριάτικο τυρί. Του άρεσαν οι τηγανίτες τυριού το πρωί. Με δυο λόγια, είχα παίξει άψογα τον ρόλο της «τέλειας συζύγου».

Ο Σπυρίδων μπήκε, πέταξε τα κλειδιά στο έπιπλο της εισόδου και έβγαλε τα παπούτσια στη μέση του διαδρόμου, αφήνοντας πίσω του μια λασπωμένη στάμπα.

— Γεια, — μουρμούρισε χωρίς να με κοιτάξει. — Υπάρχει τίποτα να φάμε;

— Γεια σου, Σπύρο. Πλύνε πρώτα τα χέρια σου, το φαγητό είναι έτοιμο.

Προχώρησε στην κουζίνα· άκουσα το καπάκι της κατσαρόλας να χτυπά δυνατά.

— Πάλι λάχανο; — ήρθε η γκρίνια του. — Εγώ ήθελα κρέας, μια μπριζόλα. Τι έκανες όλη μέρα;

— Χθες είχαμε μπριζόλες. Σήμερα έχει πίτα, σαλάτα και σούπα.

— Η σαλάτα είναι χόρτο. Εγώ είμαι άντρας, χρειάζομαι θερμίδες. Σκοτώνομαι στη δουλειά, φέρνω λεφτά στο σπίτι! Κι εσύ κάθεσαι εδώ και χαζεύεις το ταβάνι. Τόσο δύσκολο ήταν να ψήσεις λίγο κρέας;

«Κάθεσαι σπίτι».

Δούλευα εξ αποστάσεως, κρατούσα λογιστικά για δύο ελεύθερους επαγγελματίες και έβγαζα τριάντα χιλιάδες. Όχι πολλά, αλλά έφταναν για λογαριασμούς, τρόφιμα και τις δραστηριότητες του παιδιού. Για τον Σπυρίδων, όμως, αυτά ήταν «χαρτζιλίκι». Αφού ήμουν στο σπίτι, στα μάτια του ήμουν απλώς προσωπικό εξυπηρέτησης.

— Α, και κάτι άλλο, — είπε μασώντας. — Την Παρασκευή έχουμε εταιρική εκδήλωση, επέτειος της εταιρείας. Ο διευθυντής είπε να έρθουμε με τις συζύγους. Ντύσιμο: κοκτέιλ.

— Εντάξει, — απάντησα. — Θα χρειαστώ φόρεμα και ραντεβού για χτένισμα.

— Ποιο φόρεμα; — συνοφρυώθηκε. — Δεν έχεις εκείνο το μπλε στην ντουλάπα;

— Είναι πέντε χρόνων, Σπύρο. Το είχα φορέσει στον γάμο της αδερφής σου.

— Και; Μια χαρά είναι. Μην υπερβάλλεις. Λεφτά δεν υπάρχουν, έχουμε στεγαστικό και δόση για το αυτοκίνητο. Θα πας με το μπλε και θα φτιαχτείς μόνη σου, ξέρεις.

— Δηλαδή θες να δείχνω «αντάξια του στάτους», αλλά χωρίς να δώσεις ούτε ευρώ;

— Ισμήνη Μαυρογιάννη, μην αρχίζεις! Σου είπα, λεφτά δεν υπάρχουν. Κι έτσι κι αλλιώς ζεις εις βάρος μου. Τέλος η κουβέντα.

Ξαφνικά πάγωσε. Το βλέμμα του καρφώθηκε στον νεροχύτη.

Εκεί υπήρχε μία και μοναδική κούπα καφέ. Την είχα αφήσει πριν πέντε λεπτά, λίγο πριν μπει, όταν με πήρε τηλέφωνο ένας πελάτης.

— Αυτό τι είναι; — είπε δείχνοντας με το πιρούνι.

— Μια κούπα.

— Το βλέπω. Γιατί είναι άπλυτη;

— Δεν πρόλαβα.

— Δεν πρόλαβες;! — εξερράγη, κοκκινίζοντας. — Όλη μέρα σπίτι είσαι! Η δουλειά σου είναι η τάξη! Κι εγώ γυρνάω σε μπουρδέλο! Πιάτα στον νεροχύτη, φαγητό της προκοπής μηδέν! Παράσιτο! Μόνο έξοδα είσαι! Το να πατάς κουμπιά στο πλυντήριο δεν είναι και κουβάλημα τσουβαλιών!

Τον κοιτούσα σιωπηλή. Τα ψίχουλα που έφευγαν από το στόμα του, τον λεκέ από τη σάλτσα στο τραπεζομάντιλο που μόλις είχε κάνει.

Πληγωμένη; Όχι. Αυτό το στάδιο είχε περάσει εδώ και έναν χρόνο. Τώρα υπήρχε μόνο κούραση… και θυμός.

Χαμογέλασα.

— Έχεις δίκιο, Σπύρο.

Σταμάτησε απότομα.

— Τι είπες;

— Έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν κάνω τίποτα. Αφού το πάτημα των κουμπιών είναι αστείο, γιατί να κουράζομαι; Από σήμερα, επίσημα, δεν θα κάνω τίποτα. Ακριβώς όπως λες.

— Έλα τώρα, μη δραματοποιείς, — πέταξε αδιάφορα. — Θα δούμε πόσο θα κρατήσεις. Πήγαινε πλύνε την κούπα.

Πήρα την κούπα, την έβαλα στο πλυντήριο πιάτων και πάτησα το κουμπί «Off».

Η απεργία είχε ξεκινήσει.

Το επόμενο πρωί, ο Σπυρίδων έτρεχε πανικόβλητος στο σπίτι φορώντας μόνο το εσώρουχό του.

— Ισμήνη! Πού είναι το πουκάμισο; Το γαλάζιο!

Καθόμουν ήρεμα στην κουζίνα και διάβαζα βιβλίο. Στο τραπέζι υπήρχε το δικό μου πιάτο με χυλό και το πιάτο του γιου μας, του Άγγελου Νικολόπουλου. Για τον Σπυρίδων δεν είχε στρωθεί θέση.

— Στο καλάθι, αγάπη μου, — απάντησα ήρεμα, χωρίς να σηκώσω το βλέμμα μου, αφήνοντας την ατμόσφαιρα να προετοιμάσει όσα θα ακολουθούσαν.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής