«Έφτιαξα ό,τι μου ζήτησε η Αντιγόνη Ορφανίδου. Σπιτικό, με φροντίδα» — είπε η Ιφιγένεια ήρεμα, ενώ ο Φίλιππος ούρλιαζε από το χάος στις τουαλέτες

Η αδικία της ήταν πικρή και ανυπόφορη.
Ιστορίες

— Δεν έχει σημασία πού… Σημασία έχει πως, επιτέλους, κατάλαβα ποια είναι η θέση μου. Και σίγουρα δεν βρίσκεται μέσα στη δική σας οικογένεια, — είπε η Ιφιγένεια Χατζηκωνσταντίνου καθώς σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Οι τελευταίες ριπές από τα πυροτεχνήματα έσχιζαν ακόμη τον ουρανό. — Παρεμπιπτόντως, καλή χρονιά. Εμένα δεν βρήκες στιγμή να μου το ευχηθείς.

Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς άλλη λέξη και το άφησε ανάποδα στο τραπέζι.

Ο Φίλιππος Θεοχαρίδης γύρισε στο σπίτι το πρωί της δεύτερης Ιανουαρίου. Ήταν αξύριστος, τσαλακωμένος, με βλέμμα θαμπό.

— Η μητέρα μου είναι στο νοσοκομείο. Αφυδάτωση. Η Φωτεινή δεν μου μιλά καν. Οι καλεσμένοι έφυγαν άρον άρον, ούτε αντίο δεν είπαν, — μονολόγησε χαμηλόφωνα, κοιτώντας τα πλακάκια. — Όλα κατέληξαν σε φιάσκο. Μια γιορτή με βαριές συνέπειες.

Η Ιφιγένεια στεκόταν ακόμη στο παράθυρο, κρατώντας την κούπα με τον καφέ της.

— Κρίμα, ναι.

— Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως όλο αυτό ήταν φυσιολογικό; — ρώτησε, σηκώνοντας επιτέλους το κεφάλι.

— Και εσύ θεωρείς φυσιολογικό να ζει μια γυναίκα δώδεκα χρόνια σαν υπηρέτρια; Να μη θεωρείται άξια να καθίσει στο τραπέζι της οικογένειάς σου; Να ξοδεύει τα τελευταία της χρήματα για ανθρώπους που την περιφρονούν; — του απάντησε ήρεμα, αλλά κοφτά.

Εκείνος σώπασε.

— Ξέρεις τι πονάει περισσότερο; Θα μπορούσα να συγχωρήσω τα πάντα. Αν είχες σταθεί έστω μία φορά δίπλα μου. Αν είχες πει στη μητέρα σου ότι είμαι γυναίκα σου και όχι μαγείρισσα. Μα εσύ διάλεξες τη σιωπή. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

— Δεν φανταζόμουν πως σε βάραινε τόσο…

— Αυτό ακριβώς. Δεν φανταζόσουν. Δεν σκέφτηκες ποτέ εμένα, — είπε, παίρνοντας το μπουφάν του από την κρεμάστρα και δίνοντάς το. — Πήγαινε στην Αντιγόνη Ορφανίδου. Σε χρειάζεται. Κι εγώ θα σκεφτώ αν μου κάνει ένας άντρας που με βλέπει μόνο σαν τη γυναίκα της κουζίνας.

Ο Φίλιππος πήρε το μπουφάν, έμεινε για λίγο ακίνητος, σαν να ήθελε να μιλήσει. Τελικά ντύθηκε και έφυγε χωρίς λέξη.

Η Ιφιγένεια έκλεισε την πόρτα και ακούμπησε στον τοίχο. Η σιωπή του σπιτιού ήταν απόλυτη, μα αυτή τη φορά δεν την έπνιγε. Της χάριζε ανάσα, σαν να είχε αφήσει πίσω της ένα βάρος που κουβαλούσε χρόνια.

Έξω, ο αέρας ήταν παγωμένος, το φως καθαρό, η πόλη ήσυχη. Η καινούρια χρονιά μόλις ξεκινούσε. Και για πρώτη φορά, ανήκε πραγματικά σε εκείνη.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής