Κάτω από εκείνα τα μηνύματα υπήρχε μια φράση που επαναλαμβανόταν με την ίδια κυνική ψυχραιμία: πως δεν θα έφευγε απότομα, ότι όλα έπρεπε να τελειώσουν «ήσυχα», για να μη χαθούν τα χρήματα.
Λίγο πιο κάτω εμφανιζόταν άλλο όνομα. Ολυμπία Βασιλείου. Σαρανταδύο ετών, χωρισμένη, μητέρα δύο παιδιών. Το ίδιο μοτίβο, σχεδόν αντιγραμμένο: «Σε λίγο θα είμαι ελεύθερος, κάνε υπομονή». «Ο γέρος δεν υποψιάζεται τίποτα». Μηνύματα τριών μηνών πριν — κι έπειτα, απόλυτη σιωπή.
Η Πηνελόπη δεν ήταν παρά η επόμενη στάση.
Η Ιφιγένεια δημιούργησε έναν καινούργιο λογαριασμό. Χωρίς φωτογραφία, χωρίς ίχνη. Έγραψε στην Πηνελόπη, κοφτά και καθαρά:
«Βγαίνεις με τον Αλέξανδρο Ορφανίδη, αλλά δεν είσαι η μόνη. Πριν από σένα υπήρχε η Ολυμπία — δες τα μηνύματα. Είσαι απλώς η επόμενη στη σειρά. Σκέψου το.»
Συνόδευσε το μήνυμα με στιγμιότυπα οθόνης. Πάτησε αποστολή και άφησε το κινητό στο τραπέζι. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όχι από φόβο, αλλά από μια απροσδόκητη αίσθηση ανακούφισης.
Το ίδιο πακέτο το έστειλε και σε δύο ακόμη παραλήπτριες — φίλες της Πηνελόπης, εκείνες που γέμιζαν κάθε ανάρτησή της με καρδιές και σχόλια. Ήταν αρκετό.
Τρεις ημέρες αργότερα, το τηλέφωνο χτύπησε. Άγνωστος αριθμός.
— Τι έκανες;! φώναξε η φωνή του.
— Άλλαξα τις κλειδαριές.
— Όχι γι’ αυτό! Για την Πηνελόπη! Της έγραψες! Διέσπειρες τη βρωμιά και στις φίλες της!
Η Ιφιγένεια κάθισε στο περβάζι. Έξω, η βροχή χτυπούσε το τζάμι.
— Δεν ήταν βρωμιά. Ήταν τα λόγια σου. Φωτογραφίες οθόνης. Εσύ τα έγραψες, εγώ απλώς τα έδειξα.
Η ανάσα του ακουγόταν βαριά.
— Συνειδητοποιείς τι προκάλεσες; Τα είπε σε όλους! Οι φίλες της τα ανέβασαν, οι συνάδελφοι τα είδαν! Όλοι μιλούν για μένα!
— Δεν σε εξευτέλισε εκείνη. Το έκανες μόνος σου, όταν είχες δύο γυναίκες ταυτόχρονα και εμένα με αποκαλούσες εύπορη ανόητη.
— Είσαι τρελή! Γερασμένη, πικραμένη! Δεν αντέχεις που έφυγα!
Η Ιφιγένεια άκουγε σιωπηλή. Δεν τον διέκοπτε πια. Μέσα της έσπασε το τελευταίο νήμα — εκείνο που την κρατούσε δεμένη.
— Δεν έφυγα. Απλώς ήθελα να ζήσω για μένα. Μαζί σου όλα ήταν κανόνες και παγωνιά. Δεν άντεχα άλλο.
— Δεν άντεχες που ξόδευες τα χρήματά μου στην Πηνελόπη. Και πριν, στην Ολυμπία.
Η γραμμή βυθίστηκε σε σιωπή.
— Πώς… το ήξερες; Με παρακολουθούσες;
— Όχι. Απλώς δεν έσβηνες τα μηνύματά σου. Κι εγώ τα είδα.
Ακολούθησε παύση. Έπειτα, ένας θυμωμένος, εξαντλημένος αναστεναγμός.
— Εντάξει. Κέρδισες. Θα φύγω. Μόνο ζήτησε…
