«Φεύγεις εσύ» — είπε η Κυριακή ψύχραιμα και αμετάκλητα

Η ήρεμη αξιοπρέπειά της είναι βαθιά απελευθερωτική.
Ιστορίες

Η Κυριακή Καρακώστα κάθισε απέναντί του, σταθερή, σαν να είχε μόλις πάρει μια απόφαση που ωρίμαζε καιρό.

— Ξέρεις τι με ξαφνιάζει περισσότερο; Ότι δεν αισθάνομαι θυμό. Ούτε πίκρα. Αντίθετα, νιώθω μια παράξενη ευγνωμοσύνη.

Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε ήρεμα.

— Μου έδωσες την ευκαιρία να δω καθαρά πόσο πιο δυνατή είμαι απ’ όσο νόμιζα.

Ο Άγγελος Βασιλάκης δίστασε.

— Και τώρα; Τι σκοπεύεις να κάνεις;

— Να ζήσω, — απάντησε απλά. — Εδώ. Στο δικό μου σπίτι. Ίσως, επιτέλους, να ασχοληθώ με όσα ονειρευόμουν χρόνια και πάντα ανέβαλα. Για πρώτη φορά, ο χρόνος θα είναι δικός μου.

— Ο Λουκάς; — ρώτησε χαμηλόφωνα.

— Ο Λουκάς Ελευθερίου είναι είκοσι ενός. Δεν είναι παιδί. Θα καταλάβει μόνος του ποιος στάθηκε με αξιοπρέπεια και ποιος όχι.

Εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να περπατά νευρικά στην κουζίνα.

— Κυριακή… μήπως μπορούμε να τα βρούμε κάπως; Θα μπορούσα να σου δίνω κάποια χρήματα. Μια αποζημίωση.

— Για ποιο πράγμα; — απόρησε ειλικρινά.

— Για το σπίτι… για τα χρόνια μας.

— Δηλαδή θες να αγοράσεις το σπίτι μου, για να φέρεις εδώ τη Ζωή Παναγιωτίδη;

— Μην το λες έτσι…

— Πώς να το πω; Μου προτείνεις λεφτά για να μείνω χωρίς στέγη;

Η Κυριακή γέλασε. Όχι ειρωνικά· χωρίς ίχνος κακίας.

— Ξέρεις… παλιότερα ίσως να δεχόμουν. Από οίκτο. Θα έλεγα πως δεν το έκανες επίτηδες, πως απλώς ερωτεύτηκες. Θα πήγαινα στην αδελφή μου και, το χειρότερο, θα σου ζητούσα και συγγνώμη που δεν ήμουν αρκετή.

Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.

— Τώρα όμως βλέπω την αλήθεια. Με θεωρούσες βολική, μια γυναίκα που αντέχει τα πάντα και σωπαίνει.

Γύρισε προς το μέρος του.

— Κι εδώ έκανες λάθος.

— Δηλαδή… δεν φεύγεις;

— Όχι. Φεύγεις εσύ. Σήμερα. Παίρνεις μόνο τα προσωπικά σου πράγματα.

— Κι αν αρνηθώ;

Η Κυριακή τον κοίταξε με γαλήνη ανθρώπου που έχει πια βρει το κέντρο του.

— Τότε αύριο η Ζωή θα μάθει ότι ο άντρας που αγαπά δεν είναι ελεύθερος, αλλά παντρεμένος. Και θα μάθει και τον τρόπο που σκόπευες να «λύσεις» το θέμα του σπιτιού. Λες να της αρέσει;

Ο Άγγελος δεν απάντησε.

— Έχεις μία ώρα, — πρόσθεσε. — Στις πέντε έρχονται οι φίλες μου. Δεν θα ήθελα κοινό στο δράμα μας.

Πήρε το ψεκαστήρι από το περβάζι και άρχισε να φροντίζει τα φυτά. Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή· μόνο το απαλό ψιτ της νερού και το τρίξιμο του πατώματος συνόδευαν τις κινήσεις του άντρα που μάζευε τη ζωή του.

Η Κυριακή χαμογέλασε στη αγαπημένη της βιολέτα.

Η αληθινή της ζωή μόλις άνοιγε την πόρτα.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής