Η Κυριακή άφησε ένα μικρό, ειρωνικό χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη της.
— Όλα είναι ξεκάθαρα. Τίμια, θα έλεγε κανείς.
— Ναι, αλλά το σπίτι… — επέμεινε ο Άγγελος. — Δεν το φτιάξαμε μαζί; Βάλαμε χρήματα και οι δύο, κάναμε ανακαίνιση, αγοράσαμε έπιπλα…
— Ανακαίνιση; — σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της και τον κοίταξε κατάματα. — Εννοείς εκείνη που έκανε ο πατέρας μου, με τα χέρια του, χωρίς να πάρει ούτε ευρώ;
Ή μήπως μιλάς για τα έπιπλα που πληρώθηκαν από τον δικό μου μισθό, όσο εσύ «αναζητούσες τον εαυτό σου»;
— Δούλευα πάντα! — αντέδρασε.
— Δούλευες, ναι. Απλώς, κατά περίεργο τρόπο, ο μισθός σου εξαφανιζόταν για προσωπικά έξοδα, ενώ τα βάρη του σπιτιού τα σήκωνα εγώ. Θυμάσαι πώς το αιτιολογούσες;
«Ένας άντρας πρέπει να έχει δικά του λεφτά, για την αυτοεκτίμησή του».
Ο Άγγελος σώπασε.
— Και θυμάμαι επίσης — συνέχισε ήρεμα — πώς έλεγες ότι δεν ήσουν έτοιμος για παιδιά. Και μετά, όταν γεννήθηκε ο Λουκάς, πως η πατρότητα σε τρόμαζε.
Κι όμως, τώρα λες παντού τι στοργικός πατέρας είσαι.
— Τι σχέση έχουν όλα αυτά;
— Έχουν τη σχέση ότι καταλαβαίνω πολύ καλά πως η απόφασή σου δεν πάρθηκε χθες. Ούτε καν την περασμένη εβδομάδα.
Άφησε το μαχαίρι στον πάγκο και γύρισε ολόκληρη προς το μέρος του.
— Πες μου κάτι, Άγγελε. Στη Ζωή Παναγιωτίδη αρέσει το διαμέρισμα; Ή σκέφτεστε να πάρετε κάτι άλλο;
Το πρόσωπό του άσπρισε.
— Ποια Ζωή;
— Αυτή με την οποία ανταλλάσσεις μηνύματα εδώ και έξι μήνες. Οκτώ χρόνια νεότερη, δουλεύει στην ίδια εταιρεία με εσένα, δεν έχει παιδιά ακόμα, αλλά τα θέλει πολύ.
Σωστά τα θυμάμαι;
— Με παρακολουθούσες;
— Γιατί να το κάνω; Τα είπες όλα μόνος σου. Θυμάσαι εκείνο το βράδυ, πριν τρεις εβδομάδες; Γύρισες ενθουσιασμένος, μιλούσες για μια συνάδελφο.
Τόσο έξυπνη, τόσο φιλόδοξη.
Και την επόμενη μέρα, όλως τυχαίως, αγόρασες καινούργιο πουκάμισο.
Η Κυριακή πήρε την πετσέτα και σκούπισε τα χέρια της.
— Άρχισες να κάνεις ντους τα πρωινά. Παλιά έκανες μόνο το βράδυ. Άλλαξες άρωμα. Γράφτηκες σε γυμναστήριο — πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια.
— Κυριακή…
— Και το κινητό; Πλέον το παίρνεις παντού, ακόμα και στο μπάνιο. Παλιά το άφηνες όπου να ’ναι.
Και χαμογελάς συνεχώς, κοιτώντας την οθόνη.
Το έξυπνο ρολόι του Άγγελου άναψε. Εκείνος κοίταξε αντανακλαστικά και σκέπασε βιαστικά τον καρπό του.
— Η Ζωή σου γράφει; — ρώτησε η Κυριακή, με ειλικρινή περιέργεια.
Ο Άγγελος κάθισε βαριά στην καρέκλα.
— Δεν το είχα σχεδιάσει…
— Τι ακριβώς; Να ερωτευτείς ή να αποκαλυφθείς;
— Έγινε χωρίς να το καταλάβω. Στην αρχή μιλούσαμε απλώς στη δουλειά και μετά…
— Και μετά σκέφτηκες πως θα ήταν πιο βολικό να φύγω εγώ. Έτσι όλα μένουν τακτοποιημένα: το σπίτι δικό σου, η εικόνα σου άθικτη — η γυναίκα έφυγε μόνη της, άρα εκείνη φταίει. Κι εσύ, ελεύθερος να ξεκινήσεις «καθαρά» με τη Ζωή.
