«Αν έρθουν, την Πρωτοχρονιά θα τη περάσεις χωρίς εμένα!» — φώναξε η Καλλιόπη, και η φωνή της έσπασε

Αυτό το εγώ σου είναι απαράδεκτο, πονάει.
Ιστορίες

Δεν χρειάστηκε να ολοκληρώσει τη φράση της. Το νόημα αιωρήθηκε ανάμεσά τους, βαρύ και αδιαπραγμάτευτο: αν δεν αποφάσιζε τώρα, εκείνη θα έμενε στην πόλη και θα περνούσε την αλλαγή του χρόνου χωρίς αυτόν. Μόνος του. Ή με τους άλλους, αν το προτιμούσε. Αλλά όχι μαζί της.

— Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό… ψέλλισε εκείνος, περισσότερο από αδυναμία παρά από αντίρρηση.

— Μπορώ, απάντησε ήρεμα, σχεδόν ψυχρά. Πήρε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. — Και, για να σου πω την αλήθεια, ίσως έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα. Έχεις πέντε λεπτά. Αν πάρεις τη σωστή απόφαση, μένω. Αν όχι, φεύγω στη φίλη μου. Και μετά… βλέπουμε.

Η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν ήχο τελικό, αφήνοντας τον Σταύρο Ρήγα μόνο στο υπνοδωμάτιο, ανάμεσα σε βαλίτσες και με το κινητό να βαραίνει στο χέρι του.

Πέντε λεπτά. Μόνο πέντε.

Άρχισε να πηγαινοέρχεται στο διαμέρισμα νευρικά, σαν ζώο παγιδευμένο. Στο μυαλό του ξετυλίχτηκε η σκηνή: το τηλεφώνημα στη Δέσποινα Σαββίδη, τις φωνές της, τις κατηγορίες πως σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, πως ξέχασε την οικογένεια, πως η μητέρα τους θα πληγωθεί βαθιά. Είδε τη Φωτεινή Μακρή να κλαίει στο ακουστικό, να του λέει ότι μεγάλωσε έναν αχάριστο γιο. Φαντάστηκε τις γιορτές να καταστρέφονται από έναν καβγά που θα σέρνονταν για μήνες.

Και μετά, ήρθε η άλλη εικόνα. Πρωτοχρονιά στο εξοχικό με τη Δέσποινα, τον Ηλία Θεοδώρου και τα παιδιά τους. Η τηλεόραση να ουρλιάζει, μεθυσμένες προπόσεις, παιδικές φωνές να τρέχουν παντού. Η Δέσποινα να παρατηρεί κάθε γωνιά, κάθε αντικείμενο, να σχολιάζει επικριτικά: «Εδώ η ταπετσαρία δεν μπήκε ίσια, το βλέπεις;». Ο Ηλίας χαλαρός σε μια πολυθρόνα, με μια μπίρα στο χέρι. Και η Καλλιόπη Αντωνίου απούσα. Η γυναίκα που ονειρευόταν αυτές τις μέρες εδώ και έξι μήνες.

Σήκωσε το κινητό. Τα δάχτυλά του έτρεμαν καθώς πληκτρολογούσε τον αριθμό της αδελφής του.

— Σταυράκο! ακούστηκε η εύθυμη φωνή της. — Είμαστε σχεδόν έτοιμοι! Μόνο η Μαρία δεν βρίσκει τα πέδιλα του σκι, αλλά δεν πειράζει, θα πάρουμε άλλα στον δρόμο…

— Δέσποινα, περίμενε λίγο, είπε κλείνοντας τα μάτια. — Πρέπει να μιλήσουμε.

— Για τι πράγμα; Αν είναι για τα ψώνια, μην ανησυχείς, θα τα κανονίσουμε εμείς…

— Δεν μπορείτε να έρθετε.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, αποπνικτική.

— Τι είπες; ρώτησε τελικά, και η φωνή της είχε σκληρύνει.

— Συγγνώμη, αλλά δεν σας καλέσαμε. Η Καλλιόπη ήθελε να περάσουμε την Πρωτοχρονιά οι δυο μας. Ήταν δύσκολη χρονιά, έχουμε ανάγκη να μείνουμε μόνοι…

— Αστειεύεσαι; τον διέκοψε, και τώρα ο θυμός ακουγόταν καθαρά. — Μιλάς σοβαρά; Μια μέρα πριν φύγουμε;

— Δεν ήξερα τι σου είπε η μαμά…

— Δεν ήξερες! γέλασε ειρωνικά. — Φυσικά και δεν ήξερες! Ποτέ δεν ξέρεις τίποτα όταν σε βολεύει! Ξέρεις κάτι, Σταύρο; Στο διάολο το εξοχικό σου! Αλλά τελικά είσαι απίστευτα εγωιστής!

— Μην τολμήσεις να μιλάς έτσι για τη γυναίκα μου!

— Θα μιλάω όπως θέλω! φώναξε. — Εμείς είμαστε οικογένεια! Εκείνη είναι ξένη! Και αν τη διαλέγεις, να ξέρεις πως η μαμά θα το μάθει. Και θα πληγωθεί πολύ. Πάρα πολύ.

— Ας το μάθει, είπε εκείνος, νιώθοντας κάτι μέσα του να λύνεται. — Είμαι παντρεμένος με την Καλλιόπη. Αυτή είναι η οικογένειά μου. Και εσείς…

— Εμείς τι;

— Εσείς ίσως κάποια στιγμή καταλάβετε ότι ο κόσμος δεν γυρίζει γύρω σας. Ότι κι εγώ έχω δικαίωμα στη ζωή μου. Στο σπίτι μου. Στα όριά μου.

— Όρια! ειρωνεύτηκε. — Αυτές τις ψυχολογικές ανοησίες σού έβαλε στο κεφάλι; Και οι οικογενειακές αξίες; Οι δεσμοί αίματος;

— Οικογένεια δεν είναι να δίνει πάντα ο ένας και οι άλλοι να απαιτούν, απάντησε, εκπλήσσοντας τον εαυτό του με τη σταθερότητά του. — Δέσποινα, σε αγαπώ. Είσαι η αδελφή μου. Αλλά την Πρωτοχρονιά θα τη περάσουμε με την Καλλιόπη. Συγγνώμη.

Η ανάσα της ακουγόταν βαριά στο ακουστικό.

— Να σου πω κάτι, Σταύρο; είπε τελικά. — Να πάτε στο καλό με το εξοχικό σας. Εμείς θα βρούμε αλλού να πάμε. Και μην περιμένεις να είναι όλα όπως πριν. Πέρασες τη γραμμή.

— Αν η γραμμή είναι το δικαίωμά μου να έχω προσωπική ζωή, τότε χαίρομαι που την πέρασα, απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Το κινητό γλίστρησε από το χέρι του. Κάθισε στον καναπέ, νιώθοντας ένα παράξενο κράμα φόβου και ανακούφισης να τον κατακλύζει. Το είχε κάνει. Για πρώτη φορά στη ζωή του είπε «όχι». Για πρώτη φορά έβαλε την Καλλιόπη πάνω απ’ όλους, χωρίς να κοιτάξει πίσω, χωρίς να υπολογίσει τη μητέρα και την αδελφή του.

Λίγα λεπτά αργότερα, ήρθε μήνυμα από τη μητέρα του, τη Φωτεινή: «Η Δέσποινα μου τα είπε όλα. Είμαι πολύ…»

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής