«Αν έρθουν, την Πρωτοχρονιά θα τη περάσεις χωρίς εμένα!» — φώναξε η Καλλιόπη, και η φωνή της έσπασε

Αυτό το εγώ σου είναι απαράδεκτο, πονάει.
Ιστορίες

…θα ερχόμασταν εδώ και δεν θα υπήρχε κανείς άλλος πέρα από εμάς τους δύο. Χιόνι παντού, απόλυτη ησυχία, φωτιά στο τζάκι. Σαμπάνια τα μεσάνυχτα στη βεράντα. Σαν σκηνή από ταινία.

Η Καλλιόπη μιλούσε γι’ αυτό το όνειρο τόσο συχνά και με τόση λεπτομέρεια, που ο Σταύρος μπορούσε πια να το αφηγηθεί απ’ έξω. Τους φανταζόταν να υποδέχονται το πρώτο ξημέρωμα του Γενάρη τυλιγμένοι σε χοντρές κουβέρτες. Να ετοιμάζουν αργά πρωινό στη καινούρια κουζίνα, χωρίς βιασύνη. Να βγαίνουν για περίπατο στο δάσος, εκεί όπου το χιόνι θα έφτανε ως τα γόνατα. Να περνούν ώρες ξαπλωμένοι μπροστά στο τζάκι, με βιβλία ανοιγμένα και ένα μπουκάλι κρασί ανάμεσά τους.

— Μας είναι απαραίτητη αυτή η ανάσα, — του έλεγε ξανά και ξανά. — Όλο τον χρόνο σκοτωνόμαστε στη δουλειά. Εσύ με δύο δουλειές, εγώ με τα ατελείωτα πρότζεκτ. Πότε μείναμε τελευταία φορά πραγματικά μόνοι; Όχι στο τρέξιμο, όχι ανάμεσα σε υποχρεώσεις.

Και τώρα, ξαφνικά, όλα τινάζονταν στον αέρα. Δύο μέρες πριν φύγουν.

— Δεν τους κάλεσα και δεν θέλω να τους δω! — φώναξε η Καλλιόπη, και η φωνή της έσπασε. — Αν έρθουν, την Πρωτοχρονιά θα τη περάσεις χωρίς εμένα!

— Καλλιόπη, σε παρακαλώ, μην το κάνεις έτσι…

— Πώς αλλιώς να το κάνω; — σκούπισε τα δάκρυά της με την ανάποδη του χεριού. — Σταύρο, έξι μήνες το περίμενα αυτό! Λιώσαμε στη δουλειά για να είναι όλα έτοιμα για τις γιορτές. Ήθελα αυτές τις μέρες να είμαι μαζί σου. Μαζί σου! Όχι με τη συγγένειά σου που θα έρθει, θα αδειάσει τα ντουλάπια μας, θα τα κάνει όλα άνω-κάτω και θα φύγει, αφήνοντάς μας να μαζεύουμε πίσω τους!

— Η Δέσποινα δεν είναι έτσι…

— Είναι ακριβώς έτσι! — η Καλλιόπη χτύπησε το τραπέζι με την παλάμη της. — Ξέχασες πέρσι που ήρθε «για δυο μέρες» και έμεινε δύο βδομάδες; Που ο Ηλίας έπινε το ουίσκι σου και σου έκανε κήρυγμα ότι δουλεύεις υπερβολικά και δεν νοιάζεσαι για την οικογένεια; Που τα παιδιά τους έσπασαν την κούπα που σου είχα πάρει για την επέτειό μας και η Δέσποινα ούτε καν ζήτησε συγγνώμη, λέγοντας πως «παιδιά είναι»;

Ο Σταύρος δεν απάντησε. Δεν μπορούσε. Όλα όσα έλεγε ήταν αλήθεια. Η Δέσποινα, δύο χρόνια μεγαλύτερή του, συμπεριφερόταν από μικρή σαν να της όφειλαν όλοι τα πάντα. Πάντα έδινε διαταγές, άρπαζε ό,τι καλύτερο υπήρχε, τραβούσε πάνω της όλη την προσοχή. Ως ενήλικη δεν είχε αλλάξει· απλώς τώρα τον χρησιμοποιούσε ως μόνιμο στήριγμα: για δανεικά που δεν επέστρεφε ποτέ, για εξυπηρετήσεις, για δωρεάν διακοπές όποτε τη βόλευε.

— Είναι η αδερφή μου… — ψέλλισε τελικά.

— Και λοιπόν; Αυτό της δίνει το δικαίωμα να τα απαιτεί όλα; — τον κοίταξε με τέτοιο πόνο, που ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. — Σταύρο, δεν σου ζητάω κάτι παράλογο. Τρεις μέρες θέλω. Τρεις μέρες μόνοι μας, στο σπίτι που φτιάξαμε με τα χέρια μας. Είναι υπερβολή;

— Όχι… όχι βέβαια.

— Τότε πάρε τηλέφωνο. Τώρα. Και πες της ότι δεν είναι καλεσμένοι, να μην έρθουν.

— Καλλιόπη, ξέρεις τι σκηνή θα γίνει…

— Ας γίνει, — σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. — Ξέρεις κάτι; Κουράστηκα. Κουράστηκα να είμαι πάντα τελευταία στις προτεραιότητές σου. Πρώτα η δουλειά, μετά η μητέρα σου, μετά η Δέσποινα με τα προβλήματά της, και κάπου στο τέλος — αν περισσέψει χρόνος — εγώ. Η γυναίκα σου.

— Δεν είναι έτσι!

— Έτσι ακριβώς είναι! — πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε το χειμωνιάτικο σούρουπο. — Θυμάσαι τι μου είχες πει όταν παντρευτήκαμε; Ότι θα ήμουν πρώτη στη ζωή σου. Ότι θα ήμασταν ομάδα, εσύ κι εγώ απέναντι σε όλα. Και τι έγινε τελικά; Η μητέρα σου πάντα έχει κάτι «επείγον», η Δέσποινα πάντα βρίσκεται σε κρίση, κι εσύ τρέχεις, αφήνοντας τα πάντα πίσω. Κι εγώ περιμένω. Πάντα εγώ περιμένω.

Ο Σταύρος πλησίασε να την αγκαλιάσει, αλλά εκείνη τραβήχτηκε.

— Μην το κάνεις, — είπε χαμηλόφωνα. — Απλώς απάντησε ειλικρινά. Πώς θέλεις να περάσεις αυτή την Πρωτοχρονιά; Μαζί μου ή μαζί τους;

Έμεινε ακίνητος. Στο μυαλό του εναλλάσσονταν εικόνες: η μητέρα του που τηλεφωνούσε καθημερινά και πληγωνόταν αν δεν πήγαινε να τη δει· η Δέσποινα που θα ξεσπούσε αν της έλεγε όχι· ο Ηλίας με τα ειρωνικά του σχόλια για «υποχείρια». Και μετά, άλλες εικόνες: η Καλλιόπη να βάφει τους τοίχους του σπιτιού, η Καλλιόπη να χαμογελά μπροστά στο τζάκι, η Καλλιόπη να ονειρεύεται εκείνη τη μαγική Πρωτοχρονιά που πραγματικά τους άξιζε.

— Μαζί σου, — είπε τελικά με κομμένη ανάσα. — Φυσικά μαζί σου.

— Τότε δείξ’ το, — γύρισε προς το μέρος του, και στα μάτια της υπήρχαν μαζί ελπίδα και φόβος, τόσο έντονα που τον έκοψαν την ανάσα. — Πάρε τη Δέσποινα τώρα. Αυτή τη στιγμή. Και πες της ότι δεν μπορεί να έρθει.

— Καλλιόπη…

— Είναι τελεσίγραφο, Σταύρο, — στάθηκε ίσια, και εκείνος είδε ξανά τη δύναμη που τον είχε κάνει να την αγαπήσει. — Ή την παίρνεις και λες την αλήθεια, ή…

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής