Η σιωπή στο δωμάτιο έσπασε από τη φωνή της, χαμηλή, σχεδόν άηχη.
— Η μητέρα σου τηλεφώνησε, — είπε προσεκτικά. — Μας ευχήθηκε για την αναχώρηση. Είπε πως χαίρεται πολύ για εμάς. Και πρόσθεσε ότι η Δέσποινα Σαββίδη με τον Ηλία Θεοδώρου και τα παιδιά θα έρθουν κι αυτοί στο εξοχικό. Αύριο το βράδυ.
Ο Σταύρος Ρήγας πάγωσε. Η τσάντα γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε βαριά στο πάτωμα.
— Καλλιόπη, εγώ…
— Μιλάς σοβαρά τώρα; — η φωνή της έτρεμε, όμως προσπάθησε να κρατηθεί. — Σταύρο, είχαμε συμφωνήσει! Μου το υποσχέθηκες πως δεν θα το έλεγες σε κανέναν!

— Δεν το είπα! — σήκωσε τα χέρια αμυντικά. — Στο ορκίζομαι, απλώς ανέφερα στη μητέρα μου ότι δεν θα είμαστε στην πόλη τις γιορτές…
— Και φυσικά εκείνη τα κατάλαβε όλα, — χαμογέλασε πικρά η Καλλιόπη. — Και έσπευσε να τηλεφωνήσει στην αγαπημένη σου αδελφή. Το φαντάζομαι κιόλας: «Η Καλλιόπη με τον Σταύρο απέκτησαν κάποιο εξοχικό. Θα κάνουν Πρωτοχρονιά μόνοι τους. Τι εγωισμός, έτσι δεν είναι;»
— Δεν το είπε έτσι η μητέρα μου…
— Όχι; — γύρισε προς το μέρος του και τότε είδε τα μάτια της βουρκωμένα. — Τότε γιατί η αδελφή σου έχει ήδη ετοιμάσει βαλίτσες και σκοπεύει να έρθει με όλο της το σόι; Παίρνει και τα παιδιά, να ξέρεις!
Ο Σταύρος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, με την αίσθηση πως όλα κατέρρεαν. Έξι μήνες. Έξι ολόκληροι μήνες είχαν δουλέψει στο εξοχικό σαν να μην υπήρχε αύριο.
Την άνοιξη, όταν πέθανε η θεία Αρτέμις Βασιλείου, η μητέρα της Καλλιόπης την είχε καλέσει αργά το βράδυ για να της πει τα νέα: η θεία άφηνε στην Καλλιόπη το εξοχικό της στην Αττική. Ένα μικρό οικόπεδο, ένα παλιό σπιτάκι, μια αποθήκη, ένα θερμοκήπιο. Τότε η Καλλιόπη ξέσπασε σε κλάματα· αγαπούσε τη θεία της, έστω κι αν δεν συναντιούνταν συχνά.
— Θα μπορούσαμε… — είχε πει σκουπίζοντας τα μάτια της. — Ίσως να προσπαθήσουμε; Να το φτιάξουμε σιγά σιγά; Δεν είχαμε ποτέ έναν δικό μας χώρο για να ξεφεύγουμε από όλους και από όλα.
Ο Σταύρος συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το διαμέρισμα στην πόλη, ο ασταμάτητος θόρυβος, οι από πάνω γείτονες που ανακαίνιζαν για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, τον είχαν εξαντλήσει. Εδώ υπήρχε ησυχία, δέντρα, αέρας.
— Μόνο ένα πράγμα, — τον είχε παρακαλέσει η Καλλιόπη. — Να μη το πούμε σε κανέναν. Όχι ακόμη. Μέχρι να το φέρουμε σε μια τάξη. Ξέρεις πώς γίνεται… όλοι έχουν γνώμη. Και η οικογένειά σου…
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση. Ο Σταύρος κατάλαβε. Η μητέρα του, που θεωρούσε καθήκον της να ελέγχει κάθε τους βήμα. Η αδελφή του, η Δέσποινα, που ήξερε πάντα να μετατρέπει τα πάντα σε ευκαιρία για δικό της όφελος. Και ο Ηλίας, ο σύζυγός της, μονίμως ανέμελος, με τη βεβαιότητα πως ο κόσμος τού χρωστούσε.
— Εντάξει, — είχε πει τότε. — Δεν θα το μάθει κανείς.
Και πράγματι, κράτησαν το μυστικό. Από τον Μάιο, κάθε Σαββατοκύριακο, πήγαιναν στο εξοχικό. Πρώτα καθάρισαν τα πάντα· τα τελευταία χρόνια η θεία Αρτέμις δεν μπορούσε να το φροντίζει και όλα είχαν αφεθεί. Ύστερα ξεκίνησαν οι επισκευές.
Ο Σταύρος έβαφε τοίχους, άλλαζε καλώδια, επιδιόρθωνε τη σκεπή. Η Καλλιόπη έπλενε πατώματα, κολλούσε ταπετσαρίες, έβρισκε έπιπλα σε παζάρια και στο διαδίκτυο. Έδιναν κάθε ελεύθερο ευρώ, κάθε διαθέσιμη ώρα. Το καλοκαίρι το πέρασαν εκεί δουλεύοντας· δεν ξεκουράστηκαν, δεν πήγαν διακοπές όπως οι φίλοι τους.
— Κοίτα πώς έγινε! — έλαμπε από χαρά η Καλλιόπη όταν τον Αύγουστο τελείωσαν τη βεράντα. — Σταύρο, φαντάζεσαι; Μπορούμε να κάνουμε εδώ Πρωτοχρονιά! Να στολίσουμε δέντρο, να ανάψουμε τζάκι…
— Δεν έχουμε τζάκι, — χαμογέλασε εκείνος.
— Θα φτιάξουμε! — γέλασε και τον αγκάλιασε. — Όλα μπορούμε.
Και το έφτιαξαν. Ο Σταύρος βρήκε τεχνίτη και έστησαν κανονικό τζάκι στο σαλόνι. Κόστισε ακριβά, αλλά τον Οκτώβριο, όταν άναψαν για πρώτη φορά φωτιά, η Καλλιόπη καθόταν στο πάτωμα, μπροστά στις φλόγες, και έκλαιγε από ευτυχία.
— Είναι το μέρος μας, — ψιθύριζε. — Το πρώτο που είναι αληθινά δικό μας.
Ως τον Δεκέμβρη, το σπίτι ήταν έτοιμο: ζεστό, φιλόξενο, με καινούρια παράθυρα, ανακαινισμένη αποθήκη, ξύλα στοιβαγμένα. Η Καλλιόπη αγόρασε λινές κουρτίνες, μαλακές κουβέρτες, γέμισε το σπίτι κεριά. Στην κουζίνα δέσποζε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι από παζάρι, που το αναπαλαίωσαν μαζί.
— Δεν καθίσαμε ποτέ απλώς να το χαρούμε, — παρατήρησε κάποια στιγμή ο Σταύρος. — Όλο δουλειά.
— Αλλά την Πρωτοχρονιά, — χώθηκε στην αγκαλιά του η Καλλιόπη. — Την Πρωτοχρονιά…
