…την οποία είχε παραγγείλει με τη συνταγή της γιαγιάς σου, μια συνταγή που φτιάχνεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο ζαχαροπλαστείο στην Αθήνα. Αλλά τι σημασία έχει αυτό, έτσι; Αφού η κακομαθημένη αδελφούλα σου χρειάζεται προσωπικό οδηγό!
— Μην κάνεις έτσι. Ακυρώνουμε την κράτηση και το γιορτάζουμε εδώ, στο σπίτι, σε στενό οικογενειακό κύκλο.
— Οικογενειακό κύκλο; Δηλαδή με τη μητέρα σου και την αδελφή σου;
— Φυσικά. Αυτές είναι η οικογένειά μου.
— Κι εγώ τι είμαι;
— Κι εσύ, εννοείται. Μην είσαι ζηλιάρα.
— Δεν ζηλεύω. Φεύγω.
Η Νεφέλη Αγγελόπουλου μπήκε στο υπνοδωμάτιο και τράβηξε από τη ντουλάπα μια βαλίτσα.
— Τι πας να κάνεις; Νεφέλη, σταμάτα!
— Πάω στους γονείς μου, στον Βόλο. Γιόρτασε τα γενέθλιά σου με τη μαμά σου και την αδελφή σου. Θα το χαρούν σίγουρα.
— Νεφέλη, ΦΤΑΝΕΙ! Άφησε κάτω τη βαλίτσα!
— ΟΧΙ.
Μάζεψε βιαστικά μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Ο Αλέξανδρος Μιχαλοπουλος στεκόταν στο κατώφλι, ανίκανος να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
— Σοβαρά τώρα; Για μια τέτοια ανοησία;
— Αν για σένα τέσσερα χρόνια εξευτελισμού είναι «ανοησία», τότε ναι, είμαι απόλυτα σοβαρή.
— Πού θα πας; Ούτε λεφτά δεν έχεις πάνω σου!
Η Νεφέλη σταμάτησε, γύρισε αργά και τον κοίταξε κατάματα.
— Έχω δική μου επιχείρηση που μου αποφέρει καθαρό κέρδος ενάμιση εκατομμύριο τον μήνα. Έχω δικό μου διαμέρισμα, το οποίο νοικιάζω. Έχω αποταμιεύσεις που ποτέ δεν ένωσα με τα κοινά μας έξοδα, γιατί η μητέρα σου άφηνε συνεχώς υπονοούμενα πως κυνηγάω τα χρήματά σας. Οπότε μην ανησυχείς για μένα.
Ο Αλέξανδρος χλόμιασε.
— Ενάμιση εκατομμύριο; Μα εσύ έλεγες ότι…
— Έλεγα ότι η δουλειά πάει καλά. Ποτέ δεν μπήκες στον κόπο να ρωτήσεις λεπτομέρειες. Ήταν πιο βολικό για σένα και για τη μητέρα σου να με βλέπετε ως τη «δύστυχη ανθοπώλισσα».
Το κινητό του Αλέξανδρου άρχισε να χτυπά. Στην οθόνη εμφανίστηκε: «Μαμά».
— Απάντησε, είπε η Νεφέλη κουρασμένα. — Μην κρατάς άλλο τη μητέρα σου σε αναμονή.
Ο Αλέξανδρος δέχτηκε μηχανικά την κλήση και την έβαλε σε ανοιχτή ακρόαση.
— ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ! Έφτασε αυτό το θηρίο; Απαιτώ να ζητήσει ΑΜΕΣΑ συγγνώμη από τη Δάφνη Νικολαΐδη! Και από εμένα! Αλλιώς να τη διώξεις από το σπίτι!
— Μαμά, θα σε πάρω αργότερα…
— ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙΣ! Πρέπει να της δείξεις τη θέση της! Να καταλάβει ποιος κάνει κουμάντο σε αυτό το σπίτι! Δεν θα ανεχτώ τέτοια συμπεριφορά απέναντι στην οικογένειά μου!
Η Νεφέλη σήκωσε τη βαλίτσα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
— Νεφέλη, περίμενε!
— Πες στην Ουρανία Στεφανόπουλου και την κόρη της, απάντησε χωρίς να γυρίσει, σταματώντας μόνο για μια στιγμή στο άνοιγμα της πόρτας, ότι τα κατάφεραν. Εγώ φεύγω.
Η πόρτα έκλεισε απαλά πίσω της, μα για τον Αλέξανδρο ακούστηκε σαν κεραυνός.
— Αλέξανδρε; ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ! Με ακούς;! — τσίριζε η μητέρα του από το τηλέφωνο.
Έκλεισε τη συσκευή και κατέρρευσε στον καναπέ.
Η επόμενη μέρα — τα γενέθλιά του — εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Η Νεφέλη δεν απαντούσε σε καμία κλήση. Στο εστιατόριο «Marseille» τον περίμενε η Θάλια Ζωγράφου, η οποία του ανακοίνωσε ψυχρά πως ο εορτασμός ακυρώθηκε κατόπιν αιτήματος του ίδιου του εορτάζοντα.
— Μα εγώ δεν ζήτησα τίποτα…
— Η μητέρα σας τηλεφώνησε χθες στον υπεύθυνο και δήλωσε ότι θα γιορτάσετε οικογενειακά. Η προκαταβολή θα επιστραφεί στην κάρτα της Νεφέλης.
Οι καλεσμένοι που είχε προσκαλέσει η σύζυγός του τον έπαιρναν διαδοχικά τηλέφωνο για να του ευχηθούν, απορημένοι για την ακύρωση. Ο παιδικός του φίλος, ο Σάκης Καραμανλής — που η Νεφέλη είχε εντοπίσει μέσω κοινωνικών δικτύων — ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος: είχε ταξιδέψει ειδικά από την Πάτρα.
Στο σπίτι τον περίμεναν η μητέρα του και η αδελφή του. Στο τραπέζι υπήρχε μια τούρτα του σούπερ μάρκετ και ένα φτηνό αφρώδες κρασί.
— Χρόνια πολλά, αγόρι μου! Βλέπεις; Εμείς φροντίσαμε για σένα. Όχι σαν εκείνη την αχάριστη γυναίκα.
— Μαμά, τι είναι αυτό; — ρώτησε ο Αλέξανδρος δείχνοντας την αξιολύπητη τούρτα.
— Εορταστικό δείπνο! Η Δάφνη το διάλεξε. Έτσι δεν είναι, καρδιά μου; — κελάηδησε η Ουρανία Στεφανόπουλου, με μια ψεύτικη γλύκα στη φωνή.
— Πού είναι η Νεφέλη; — ρώτησε η Δάφνη κοιτάζοντας γύρω.
— Έφυγε στους γονείς της. Εξαιτίας σας.
— Και καλά έκανε! — ενθουσιάστηκε η μητέρα τους. — Δεν χρειαζόμαστε υστερικές εδώ! Θα βρεις καλύτερη γυναίκα. Από καλή οικογένεια, με προίκα.
— Μαμά, και η Νεφέλη από καλή οικογένεια είναι. Και έχει πετυχημένη επιχείρηση.
— Χαχα! Λουλουδάκια! Αυτό το λες επιχείρηση;
— Το στούντιό της είναι από τα πιο γνωστά στην Αθήνα. Συνεργάζεται με μεγάλα ξενοδοχεία και εστιατόρια. Εκείνη οργάνωσε τον γάμο του αντιδημάρχου.
Η Ουρανία Στεφανόπουλου έσφιξε τα χείλη.
— Ακόμα κι έτσι. Ο χαρακτήρας της είναι ανυπόφορος. Πάντα ψηλομύτα.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε τη μητέρα του και μετά την αδελφή του. Σαν να τις έβλεπε για πρώτη φορά πραγματικά — τη μικροπρέπεια, τη ζήλια, την κακία.
— Ξέρετε κάτι; Φύγετε. Θέλω να μείνω μόνος.
— Μα παιδί μου! Τα γενέθλιά σου!
— ΦΥΓΕΤΕ.
Η μητέρα και η αδελφή του έφυγαν προσβεβλημένες.
Ο Αλέξανδρος έμεινε μόνος στο άδειο διαμέρισμα. Πάνω στο έπιπλο του διαδρόμου ήταν ακουμπισμένα αεροπορικά εισιτήρια — τα είχε αγοράσει η Νεφέλη, σχεδιάζοντας ένα ταξίδι στην Ιταλία για δώρο. Τώρα έμοιαζαν με ειρωνικό χτύπημα της μοίρας.
Πέρασε μια εβδομάδα. Η Νεφέλη δεν επέστρεψε και συνέχιζε να μην απαντά. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να μάθει νέα μέσω των φίλων της, όμως εκείνοι απλώς του μετέφεραν ψυχρά ότι είναι καλά και πως δεν επιθυμεί καμία ενόχληση.
Στη δουλειά άρχισαν επίσης τα προβλήματα. Αποκαλύφθηκε ότι αρκετοί σημαντικοί πελάτες είχαν έρθει στην εταιρεία μέσω συστάσεων από συνεργάτες της Νεφέλης. Τώρα αυτοί οι πελάτες άρχισαν να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία του γραφείου — «αν δεν μπορεί να κρατήσει τάξη ούτε στην ίδια του την οικογένεια, πώς να του εμπιστευτούμε συμβόλαια εκατομμυρίων;».
Η Ουρανία Στεφανόπουλου τον καλούσε δεκάδες φορές την ημέρα, απαιτώντας να ξεκινήσει άμεσα η διαδικασία του διαζυγίου.
— Πρέπει να προλάβουμε αυτό το φίδι! Σίγουρα θέλει να σου πάρει τη μισή περιουσία!
— Μαμά, το σπίτι είναι στο όνομα και των δύο. Έχει δικαίωμα στο…
