«Είμαι η σύζυγός σου, όχι σκλάβα της μητέρας σου!» — φώναξε η Νεφέλη γεμάτη θυμό

Ατρόμητη, αποφασιστική και αξιοπρεπής, αξίζει απόλυτο σεβασμό.
Ιστορίες

Η γραμμή είχε ήδη παγώσει από τη σιωπή του, κι όμως η φωνή του επέστρεψε κοφτή και ανυπόμονη, σαν να ήθελε να τελειώνει.

— Σε παρακαλώ, έχω ακόμη τρεις ώρες σε συσκέψεις και μετά δείπνο με συνεργάτες. Πήγαινε να πάρεις τη Δάφνη, φέρ’ την σπίτι και τέλος. Δεν είναι και καμιά τραγωδία.

Η Νεφέλη ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της.

— Δηλαδή το ότι εδώ και έξι μήνες οργανώνω τα γενέθλιά σου, αυτό δεν μετράει καθόλου;

— Νεφέλη, ΜΗΝ αρχίζεις. Είμαι εξαντλημένος, ήταν δύσκολες διαπραγματεύσεις. Θα το συζητήσουμε όταν γυρίσω.

Το τηλέφωνο έκλεισε απότομα, χωρίς αντίο, χωρίς εξήγηση.

Έμεινε να κοιτάζει τη μαύρη οθόνη, σαν να περίμενε να ξαναζωντανέψει. Η προσβολή και ο θυμός ανέβηκαν στο στήθος της με τέτοια ένταση, που για μια στιγμή σκέφτηκε να ουρλιάξει. Αντί γι’ αυτό, κάλεσε τη μοναδική άνθρωπο που ήξερε πως θα την καταλάβαινε.

— Θάλια… μπορείς να έρθεις; Σε χρειάζομαι.

Μισή ώρα αργότερα, η Θάλια Ζωγράφου, κολλητή της φίλη και συνέταιρος στο ανθοπωλείο, καθόταν στην κουζίνα και άκουγε προσεκτικά την αποσπασματική, φορτισμένη αφήγηση της Νεφέλης.

— Τι να σου πω… — αναστέναξε τελικά. — Συγγνώμη για τη λέξη, αλλά ο άντρας σου φέρεται σαν ανόητος. Και η πεθερά σου… πραγματική μάγισσα. Όσο για τον Αλέξανδρο; Κλασικό «παιδί της μαμάς».

— Και τι να κάνω; Αν δεν πάω, θα γίνει χαμός. Η Ουρανία Στεφανόπουλου θα μου κάνει τη ζωή κόλαση.

— Αν όμως πας, τους μαθαίνεις ότι μπορούν να σε πατούν όποτε θέλουν. Άκου με. Έχω μια ιδέα.

Η Θάλια άρπαξε το κινητό της και άρχισε να πληκτρολογεί γρήγορα.

— Τι σκαρώνεις;

— Στέλνω μήνυμα στον δικηγόρο μας, τον Μάριο Πέτρου. Θυμάσαι που έλεγε ότι ο αδερφός του έχει εταιρεία μεταφορών; Θα το κανονίσουμε αλλιώς.

Μέσα σε μία ώρα, το σχέδιο είχε πάρει μορφή. Η Νεφέλη μάζεψε τα πράγματά της με μια παράξενη, σκοτεινή αποφασιστικότητα και κατευθύνθηκε προς το αεροδρόμιο. Όχι μόνη της — η Θάλια επέμενε να τη συνοδεύσει.

Το αεροδρόμιο της Αθήνας έσφυζε από τον γνώριμο θόρυβο και την κίνηση. Η Νεφέλη στάθηκε στην έξοδο αφίξεων κρατώντας μια πρόχειρη πινακίδα: «Δάφνη Νικολαΐδη».

— Λες να το ακυρώσουμε ακόμη; — ψιθύρισε την τελευταία στιγμή, με μια αμφιβολία να τη διαπερνά.

— Ούτε να το σκέφτεσαι, — απάντησε απότομα η Θάλια. — Το σχέδιο τρέχει ήδη.

Η Δάφνη εμφανίστηκε περίπου σαράντα λεπτά μετά την προσγείωση. Ψηλή, αδύνατη, με μακριά ξανοιγμένα μαλλιά και βλέμμα υπεροπτικό — ίδια η μητέρα της, απλώς νεότερη εκδοχή.

— Νεφέλη; Πού είναι το αυτοκίνητο; Είμαι κουρασμένη, θέλω να φύγουμε.

Ούτε χαιρετισμός, ούτε ίχνος ευγνωμοσύνης.

— Στο πάρκινγκ. Πάμε.

Η Δάφνη την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, με εμφανή δυσαρέσκεια.

— Τι φοράς; Είναι από καμιά αλυσίδα της σειράς; Θεέ μου… ο Αλέξανδρος μπορούσε σίγουρα να βρει καλύτερη γυναίκα.

Η Θάλια, που ακολουθούσε πίσω, ανασήκωσε τα φρύδια αγανακτισμένη. Η Νεφέλη έσφιξε τα δόντια και δεν απάντησε.

Στο πάρκινγκ, δίπλα στο αυτοκίνητο της Νεφέλης, στεκόταν ένας νεαρός άντρας με στολή οδηγού.

— Καλησπέρα σας. Παύλος Πέτρου. Θα είμαι ο οδηγός σας απόψε.

— Τι είναι αυτή η γελοιότητα; — εξαγριώθηκε η Δάφνη. — Δεν ξέρεις να οδηγείς, Νεφέλη;

— Ξέρω. Αλλά δεν πρόκειται να το κάνω. Ο Παύλος θα σας πάει σπίτι. Γνωρίζει τη διεύθυνση. Καλό σας δρόμο.

Η Νεφέλη γύρισε την πλάτη της. Η Θάλια την ακολούθησε αμέσως.

— ΣΤΑΜΑΤΑ! — ούρλιαξε η Δάφνη. — Πού πας; Και οι βαλίτσες μου; Δεν θα βοηθήσεις;

— Θα τα καταφέρετε, — πέταξε η Νεφέλη χωρίς να γυρίσει.

— ΘΑ ΤΟ ΠΩ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ! Θα σε πετάξει έξω απ’ το σπίτι!

Η Νεφέλη στάθηκε. Γύρισε αργά, με βλέμμα παγωμένο.

— Πες στην Ουρανία και σε όποιον άλλον θέλεις ότι έκανα αυτό που ζήτησαν: ήρθα να σας παραλάβω. Για τις αποσκευές δεν έγινε καμία συμφωνία. Και ενημέρωσέ τους επίσης πως αύριο, ακριβώς στις επτά το απόγευμα, τα γενέθλια του Αλέξανδρου θα γιορταστούν στο εστιατόριο «Marseille». Αν εμφανιστείς εσύ ή εκείνοι, η ασφάλεια δεν θα σας επιτρέψει την είσοδο. Η λίστα καλεσμένων έχει κλείσει.

Η Δάφνη έμεινε άφωνη, παλεύοντας να μιλήσει.

— Ποια νομίζεις ότι είσαι;

— Η σύζυγος του αδερφού σου. Σύζυγος, όχι υπηρέτρια. Παύλο, — είπε γυρίζοντας προς τον οδηγό, — παρακαλώ συνοδέψτε τη δεσποινίδα στο σπίτι. Η διεύθυνση είναι αυτή. Και μην υποκύψετε στις φωνές της. Δεν προβλέπεται φιλοδώρημα για υστερίες.

Η Νεφέλη και η Θάλια μπήκαν στο αυτοκίνητο της φίλης της και έφυγαν, αφήνοντας τη Δάφνη να στέκεται αποσβολωμένη στη μέση του πάρκινγκ.

— Ήσουν καταπληκτική, — γέλασε η Θάλια. — Έπρεπε να δεις το πρόσωπό της.

— Αυτό ήταν μόνο η αρχή, — απάντησε βαριά η Νεφέλη. — Η Ουρανία δεν θα μου το συγχωρέσει ποτέ.

Δεν πέρασε μισή ώρα και το κινητό της άρχισε να δονείται ασταμάτητα. Πεθερά. Δάφνη. Ξανά πεθερά. Η Νεφέλη το έβαλε στο αθόρυβο και το έκλεισε στην τσάντα της.

Στο σπίτι την περίμενε η επόμενη καταιγίδα. Στην πόρτα στεκόταν ο Αλέξανδρος — αναμαλλιασμένος, έξαλλος.

— Τι χάος προκάλεσες; Η μάνα μου είναι σε απόγνωση, η Δάφνη κλαίει! Έχεις χάσει το μυαλό σου;

— Μα… δεν έπρεπε να είσαι στη Θεσσαλονίκη; — ψέλλισε εκείνη.

— Γύρισα μόλις με πήρε η μάνα μου! Ακύρωσα σημαντικό ραντεβού! Καταλαβαίνεις τι έκανες;

— Το μόνο που έκανα ήταν να πάρω την αδερφή σου και να φροντίσω να φτάσει σπίτι της. Πού είναι το έγκλημα;

— ΤΗΝ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΕΣ! Έβαλες οδηγό, λες και δεν αξίζει τίποτα!

— ΚΑΙ ΕΓΩ ΤΙ ΕΙΜΑΙ; — ξέσπασε η Νεφέλη. — Ο δωρεάν οδηγός σας; Η υπηρέτρια;

— Είσαι γυναίκα μου! Οφείλεις να στηρίζεις την οικογένεια!

— Είμαι η σύζυγός σου, όχι σκλάβα της μητέρας σου! Τέσσερα χρόνια αντέχω προσβολές, αγένεια, εξευτελισμούς! Εκείνη με ποδοπατά κι εσύ κάνεις πως δεν βλέπεις!

— Υπερβάλλεις. Η μητέρα μου απλώς είναι… ιδιαίτερη.

— Ιδιαίτερη; ΜΕ ΕΒΡΙΣΕ, με αποκάλεσε παράσιτο και ζητιάνα! Και δεν είναι η πρώτη φορά!

— Είσαι υπερβολικά συναισθηματική. Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά.

Η Νεφέλη τον κοίταξε σαν να έβλεπε έναν ξένο.

— Αλέξανδρε, αύριο έχεις γενέθλια. Δούλευα έξι μήνες γι’ αυτό. Έψαξα και βρήκα τον καλύτερό σου φίλο από τα παλιά, εκείνον που είχες χαθεί. Κάλεσα τον αγαπημένο σου καθηγητή από το πανεπιστήμιο. Παρήγγειλα την τούρτα…

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής