Η σιωπή που ακολούθησε της έδωσε χώρο να αναπνεύσει. Χωρίς θόρυβο και εξηγήσεις, η Δάφνη Ελευθερίου προχώρησε στις αλλαγές που ωρίμαζαν μέσα της καιρό. Την εταιρεία την παρέδωσε για ένα καθαρά συμβολικό ποσό σε έναν παλιό συνεργάτη του Αχιλλέα Καρακόστας — άνθρωπο πρακτικό, που κάποτε τη βοήθησε με χαρτιά και υπογραφές χωρίς να σκαλίζει ζωές και προθέσεις. Έκλεισε εκείνο το κεφάλαιο με μια απλή κίνηση, σαν να κατέβαζε ρολά.
Μετακόμισε σε άλλη γειτονιά, μακριά από γνώριμους δρόμους και βλέμματα. Βρήκε δουλειά διαφορετική, λιγότερο προβεβλημένη, αλλά σταθερή. Η καθημερινότητά της έγινε πιο ήσυχη και λιτή· χωρίς επιδείξεις, χωρίς λαμπερές αλυσίδες και δεξιώσεις, χωρίς ανθρώπους που ζυγίζουν την αξία σου από το ύφασμα του φορέματος. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, η απλότητα δεν της φαινόταν στέρηση αλλά ανάσα.
Κάποιο απόγευμα, τυχαία, πέρασε μπροστά από την αίθουσα όπου όλα είχαν ραγίσει. Κοντοστάθηκε. Σήκωσε το βλέμμα στην ταμπέλα και άφησε τη μνήμη να γυρίσει πίσω: τη φωνή της πεθεράς να κόβει τον αέρα, τα πρόσωπα των καλεσμένων ακίνητα σαν μάσκες, το βλέμμα του άντρα της χαμένο αλλού. Θυμήθηκε πόσο περίμενε τότε έστω μία λέξη υπεράσπισης, μια κίνηση, ένα νεύμα.
Δεν ήρθε τίποτα. Εκείνος σώπασε. Κι εκείνη έφυγε.
Έμεινε ακίνητη για μια ανάσα ακόμη. Ύστερα γύρισε την πλάτη και συνέχισε τον δρόμο της. Λίγα μέτρα πιο κάτω, μετά τη στροφή, άρχιζε η καινούργια της ζωή — καθαρή από σκιές, χωρίς «εκείνους». Και αυτή τη φορά, περπατούσε μέσα της χωρίς να κοιτάζει πίσω.
