«Η κάρτα έχει απενεργοποιηθεί από τον κάτοχο του λογαριασμού. Η Δάφνη Ελευθερίου αφαίρεσε την πρόσβαση πριν από λίγα λεπτά» — ανακοίνωσε η διαχειρίστρια με παγωμένη φωνή

Υποτιμημένη αλλά ασύγκριτα δυνατή, επιτέλους ελεύθερη.
Ιστορίες

Η κουβέντα μέσα στην αίθουσα κυλούσε αμέριμνα. Η Σταματία Ανδρέου διηγούνταν για ακόμη μία φορά, με στόμφο και υπερηφάνεια, πώς ο γιος της «ξεκίνησε από το απόλυτο μηδέν», ενώ ο Αχιλλέας Καρακόστας δεχόταν ευχές, έσφιγγε χέρια δεξιά κι αριστερά και χαμογελούσε αυτάρεσκα. Όλα έδειχναν όπως έπρεπε: καλοντυμένοι άνθρωποι, ακριβό τραπέζι, βλέμματα θαυμασμού. Η εικόνα της επιτυχίας, στημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.

Όταν ο σερβιτόρος άφησε τον λογαριασμό, ο Αχιλλέας έβγαλε την κάρτα με αδιαφορία, χωρίς καν να ρίξει ματιά στο ποσό. Το μηχάνημα έκανε έναν σύντομο ήχο. Σιωπή. Ξανά ήχος. Και μετά, άρνηση.

— Δοκιμάστε πάλι, είπε κοφτά, έχοντας ήδη χάσει το χαμόγελο.

Η δεύτερη προσπάθεια απέτυχε. Και η τρίτη. Το αποτέλεσμα ίδιο.

Η Σταματία Ανδρέου σηκώθηκε απότομα και πλησίασε το ταμείο, αγναντεύοντας την υπεύθυνη από ψηλά, με βλέμμα αυστηρό.

— Τι απαράδεκτη κατάσταση είναι αυτή; Ο γιος μου δεν έχει ποτέ οικονομικά ζητήματα. Κάντε τη δουλειά σας σωστά.

Η διαχειρίστρια, μια νεαρή γυναίκα με αυστηρό κοστούμι, δεν άλλαξε έκφραση.

— Η κάρτα έχει απενεργοποιηθεί από τον κάτοχο του λογαριασμού. Η Δάφνη Ελευθερίου αφαίρεσε την πρόσβαση πριν από λίγα λεπτά. Είτε πληρώνετε μετρητά είτε θα χρειαστεί να καλέσω την ασφάλεια.

Η αίθουσα πάγωσε. Μερικοί καλεσμένοι έβγαλαν διακριτικά τα κινητά τους, άλλοι γύρισαν το κεφάλι αλλού, προσποιούμενοι άγνοια. Ο Αχιλλέας χλώμιασε. Άρπαξε το τηλέφωνό του και κάλεσε τη γυναίκα του. Καμία απάντηση. Ξανά. Το τηλέφωνο έκλεισε εντελώς.

Η Σταματία άρπαξε τον γιο της από το μπράτσο, ψιθυρίζοντας με σφιγμένα δόντια:

— Αχιλλέα, λύσε το τώρα. Πάρε την και πες της να το ξεμπλοκάρει. Καταλαβαίνεις τι ρεζίλι είναι αυτό;

Εκείνος όμως δεν άκουγε. Με τρεμάμενα δάχτυλα έψαχνε στο κινητό, προσπαθώντας να θυμηθεί κωδικούς άλλων λογαριασμών. Τίποτα. Όλα περνούσαν από τη Δάφνη. Δεν θυμόταν καν πότε υπέγραφε έγγραφα· απλώς υπέγραφε ό,τι του έφερνε, χωρίς να διαβάζει.

Οι καλεσμένοι άρχισαν να σηκώνονται. Κάποιοι ψέλλισαν δικαιολογίες για «επείγουσες υποχρεώσεις», άλλοι κατευθύνθηκαν σιωπηλοί προς την έξοδο. Ένας ηλικιωμένος συνεργάτης με γκρι κοστούμι πλησίασε τον Αχιλλέα και του έδωσε ένα χτύπημα στον ώμο, μισό ειρωνικό, μισό συμπονετικό.

— Συμβαίνουν αυτά, συνάδελφε. Τη σύζυγο έπρεπε να την είχες σεβαστεί. Τώρα είναι αργά.

Έφυγε πρώτος. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά, η αίθουσα άδειασε. Έμειναν μόνο ο Αχιλλέας, η μητέρα του και η διαχειρίστρια, κρατώντας τον λογαριασμό.

— Έχετε είκοσι λεπτά, είπε ψυχρά. Μετά, ειδοποιώ την ασφάλεια.

Η Σταματία άνοιξε την τσάντα της και άρχισε να μετρά χαρτονομίσματα. Δεν έφταναν. Ο Αχιλλέας έψαξε στις τσέπες του, βρήκε λίγα ακόμη. Και πάλι δεν αρκούσαν. Η γυναίκα στο ταμείο τους παρατηρούσε με παγωμένο ενδιαφέρον.

— Τη σύζυγό σας την καλέσατε; ρώτησε.

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε. Η Σταματία Ανδρέου γύρισε απότομα το κεφάλι, έτοιμη να ξεσπάσει, ενώ η αίσθηση της κατάρρευσης πλανιόταν ήδη βαριά στον αέρα, προαναγγέλλοντας όσα θα ακολουθούσαν.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής