Η πραγματικότητα ήταν πως δεν υπήρχαν χρήματα. Ο μισθός που τόσο καμάρωνε ο Στέφανος εξαφανιζόταν κάθε μήνα σε πολυτελή δείπνα με συναδέλφους, στη συντήρηση του αυτοκινήτου και σε μια ατελείωτη λίστα από «απαραίτητες ανάγκες» της μητέρας και της αδελφής του.
— Τότε δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα πουλήσουμε, — είπε η Ξανθή Νικολαΐδου κοφτά, με φωνή σταθερή.
Ο Στέφανος τη διαπέρασε με βλέμμα γεμάτο πικρία και οργή.
— Πάντα ήσουν σκληρή. Απλώς το έκρυβες καλά.
Εκείνη, για πρώτη φορά μετά το διαζύγιο, του χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά. Ήρεμα.
— Όχι. Απλώς έπαψα να είμαι βολική.
Το διαμέρισμα πουλήθηκε τελικά σε εξαιρετική τιμή. Με το μερίδιό της, η Ξανθή αγόρασε ένα άνετο δυάρι στην ίδια γειτονιά — έναν χώρο δικό της, για εκείνη και τη Ζωή Ξενάκη. Ο Αχιλλέας Μαυρίδης σπούδαζε στο πανεπιστήμιο και έμενε στην εστία, όμως ήξερε καλά πως είχε πάντα ένα σπίτι να επιστρέψει. Περίσσεψαν χρήματα για ανακαίνιση και μάλιστα κατάφερε να βάλει κάτι στην άκρη — για πρώτη φορά μετά από χρόνια.
Ο Στέφανος βγήκε από τη ζωή τους αμέσως μετά το δικαστήριο. Μια εβδομάδα αργότερα τηλεφώνησε· η φωνή του ήταν απότομη, γεμάτη ένταση.
— Φεύγω βόρεια. Βρήκα δουλειά. Τα λεφτά είναι τα διπλάσια. Θα μείνω εκεί.
— Εντάξει, — απάντησε η Ξανθή χωρίς δισταγμό. — Καλή τύχη.
— Τα παιδιά…
— Τα παιδιά μένουν μαζί μου. Μπορείς να τα βλέπεις, αν το θελήσεις.
Δεν το θέλησε. Τρεις μέρες μετά έφυγε. Και άλλη μία εβδομάδα αργότερα τον ακολούθησαν η μητέρα του και η Κασσάνδρα Ελευθερίου, με το νεογέννητο παιδί της. Πριν αναχωρήσουν, η πεθερά της τηλεφώνησε έξαλλη.
— Κατέστρεψες την οικογένειά μας! Εξαιτίας σου ο γιος μου φεύγει στην άκρη του κόσμου!
— Εξαιτίας μου; — η Ξανθή γέλασε πικρά. — Όχι. Εξαιτίας σας. Εσείς τον μάθατε να παίρνει χωρίς να δίνει, να σκέφτεται μόνο τον εαυτό του. Τώρα πηγαίνετε μαζί του. Ζήστε με τον μισθό του, αφού είναι τόσο καλός. Μόνο να θυμάστε κάτι.
— Τι; — έφτυσε σχεδόν τη λέξη η γυναίκα.
— Εκεί πάνω όλα κοστίζουν περισσότερο. Τα ενοίκια, οι λογαριασμοί, το φαγητό. Και το κρύο είναι ατελείωτο. Οι νύχτες μακριές. Και η μοναξιά βαριά. Καλή σας τύχη.
Έκλεισε το τηλέφωνο και δεν απάντησε ποτέ ξανά σε καμία κλήση της.
Πέρασαν έξι μήνες.
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, η Ξανθή στεκόταν στο παράθυρο του νέου της σπιτιού, κρατώντας τον καφέ της. Έξω, η πόλη έσφυζε από ζωή· ο αέρας μύριζε πασχαλιές. Η Ζωή ετοιμαζόταν για το σχολείο, τραγουδώντας αφηρημένα. Ο Αχιλλέας είχε έρθει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο και είχε φέρει μαζί του μια κοπέλα — την Άννα Ευαγγέλου, φοιτήτρια, με καθαρό βλέμμα και ήρεμο χαμόγελο.
— Μαμά, να σου τη γνωρίσω.
Η Ξανθή παρατήρησε τον τρόπο που ο γιος της την κοιτούσε: με σεβασμό, προσοχή, ισότητα. Και σκέφτηκε πως ίσως, τελικά, κάτι είχε κάνει σωστά.
Στο επαγγελματικό της χώρο, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα από ποτέ. Πήρε κοντά της δύο νεαρές από το κολέγιο, που ονειρεύονταν να γίνουν τεχνίτριες νυχιών. Τα απογεύματα τους μάθαινε με υπομονή — όχι μόνο τεχνικές, αλλά και κάτι βαθύτερο: ότι μπορείς να σταθείς μόνος σου. Να ζήσεις από τον κόπο σου. Να μην εξαρτάσαι.
Και προχθές συνέβη κάτι απρόσμενο. Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο χωρίς σκοπό, απλώς για να χαζέψει. Έπεσε πάνω σε μια ποιητική συλλογή, την άνοιξε τυχαία και διάβασε:
«Νόμιζα πως αυτό λεγόταν ζωή. Τελικά λεγόταν αντοχή».
Έμεινε ακίνητη και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Σιωπηλά. Γιατί οι στίχοι μιλούσαν για εκείνη. Για όλα τα χρόνια που πέρασαν.
Το βιβλίο το πήρε σπίτι και το άφησε στο κομοδίνο.
Το βράδυ, η Ζωή τη ρώτησε:
— Μαμά, είσαι ευτυχισμένη;
Η Ξανθή το σκέφτηκε. Δεν είχε σύζυγο. Όμως δεν είχε πια κανέναν να τη μειώνει. Το σπίτι ήταν μικρό, αλλά δικό της — μπορούσε να βάψει τους τοίχους όπως ήθελε, να καλέσει όποιον ήθελε ή και κανέναν. Δεν είχε πολυτελές αυτοκίνητο, είχε όμως την ελευθερία να ξυπνά και να ξέρει πως η μέρα της ανήκει.
— Ξέρεις κάτι, αγάπη μου, — είπε αγκαλιάζοντάς τη, — δεν ξέρω αν είμαι ευτυχισμένη. Ξέρω όμως πως επιτέλους ζω. Αληθινά.
Η Ζωή χώθηκε πιο σφιχτά στην αγκαλιά της.
Τότε το κινητό δόνησε. Μήνυμα από τον Στέφανο Μεταξά. Το πρώτο μετά από μισό χρόνο:
«Ξανθή, έκανα λάθος. Μπορούμε να μιλήσουμε;»
Κοίταξε την οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα διέγραψε το μήνυμα.
Ένα ζεστό αεράκι μπήκε από το παράθυρο, ανακατεύοντας τις κουρτίνες. Από κάτω ακούγονταν παιδικά γέλια. Η ζωή συνέχιζε — ζωντανή, θορυβώδης, μπροστά της.
Και η Ξανθή σκέφτηκε πόσο λυτρωτικό ήταν που έμαθε, επιτέλους, να λέει «όχι». Μια μικρή λέξη που της άνοιξε έναν ολόκληρο κόσμο. Έναν κόσμο όπου μπορούσε να αναπνέει ελεύθερα.
Τελείωσε τον καφέ της και χαμογέλασε. Όχι από συνήθεια. Όχι από ευγένεια. Αλλά γιατί το ένιωθε.
Και αυτό, πράγματι, ήταν ένα μικρό θαύμα.
