Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, σχεδόν ασήκωτη. Όταν το σφυρί κατέβηκε τελικά και η διαδικασία έληξε, ο Νεκτάριος Ανδρεάδης έμοιαζε σαν άνθρωπος που είχε αδειάσει από μέσα του. Τα χρήματά του — εκείνα που για χρόνια θεωρούσε απρόσβλητα και ασφαλή — είχαν πια εκτεθεί στο φως. Η αλαζονεία του είχε ξεθωριάσει, η βεβαιότητα είχε χαθεί. Η Κασσάνδρα Διαμαντοπούλου στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα, αποφεύγοντας επίμονα να τον κοιτάξει, σαν να μην υπήρχε.
Καθώς η αίθουσα άρχισε να αδειάζει και οι ψίθυροι μετατράπηκαν σε βιαστικά βήματα, ο δικαστής Φώτιος Αγγελόπουλος γύρισε προς το μέρος μου. Η φωνή του δεν είχε πια την αυστηρότητα της έδρας.
— Κυρία Ρήγα, είπε πιο ήπια, το γράμμα που καταθέσατε… ήταν καθοριστικό.
Ένευσα αργά, νιώθοντας το βάρος των τελευταίων μηνών να υποχωρεί ελάχιστα.
— Σας ευχαριστώ, κύριε πρόεδρε, απάντησα συγκρατημένα.
Έξω από την αίθουσα, ο Νεκτάριος με πρόλαβε πριν προλάβω να απομακρυνθώ.
— Μπορούμε να μιλήσουμε, είπε με φωνή που έτρεμε. — Να το συζητήσουμε, να βρούμε μια λύση… κάτι.
Τον κοίταξα χωρίς θυμό, χωρίς λύπη. Για πρώτη φορά τον είδα καθαρά, χωρίς τις σκιές που εγώ η ίδια είχα δεχτεί τόσα χρόνια.
— Οι επιλογές σου έγιναν εδώ και καιρό, του είπα ήρεμα. — Εγώ απλώς φρόντισα να σε φτάσει η αλήθεια.
Γύρισα την πλάτη και έφυγα χωρίς θριαμβολογίες, χωρίς υψωμένες φωνές. Η δικαιοσύνη δεν χρειάζεται εντυπώσεις ούτε χειροκροτήματα. Αρκείται στη σιωπηλή προετοιμασία και στην ακρίβεια. Και εκείνη τη στιγμή ήξερα πως, ό,τι κι αν ακολουθούσε, είχα ήδη κλείσει τον κύκλο μου.
