Η αίθουσα του δικαστηρίου για το διαζύγιο έμοιαζε με σκηνή θεάτρου όπου οι ρόλοι είχαν ήδη μοιραστεί. Ο άντρας μου καθόταν απέναντί μου χαλαρός, με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, φορώντας εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο που δήλωνε βεβαιότητα νίκης.
— Δεν πρόκειται να αγγίξεις ούτε ευρώ από τα χρήματά μου, είπε με φωνή που φρόντισε να ακουστεί σε όλους.
Δίπλα του, η ερωμένη του έσπευσε να συμφωνήσει, κολλώντας πάνω του:
— Ακριβώς έτσι, αγάπη μου.
Λίγο πιο πίσω, η μητέρα του άφησε να φανεί ένα ειρωνικό μειδίαμα.

— Μετά απ’ όσα έγιναν, ούτε λεπτό δεν της αξίζει, σχολίασε με περιφρόνηση.
Κανείς τους δεν πρόσεξε τη δική μου στάση. Δεν ανατρίχιασα, δεν απάντησα, δεν αντέδρασα. Περίμενα.
Ο χώρος έμοιαζε παγωμένος, πιο κρύος κι από χειμωνιάτικο πρωινό. Καθόμουν ίσια πίσω από το ξύλινο έδρανο, τα χέρια μου ενωμένα, το πρόσωπό μου ήρεμο. Απέναντι, ο Νεκτάριος Ανδρεάδης είχε απλωθεί στην καρέκλα σαν να του ανήκε το δικαστήριο ολόκληρο. Το καλοραμμένο σκούρο μπλε κοστούμι, το ακριβό ρολόι, το νωχελικό του χαμόγελο έστελναν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: για εκείνον, αυτό το διαζύγιο είχε ήδη κριθεί.
Μου έριξε ένα πλάγιο βλέμμα και χαμογέλασε ειρωνικά.
— Σου το ξαναλέω, δεν θα πάρεις ούτε ευρώ, επανέλαβε, αυτή τη φορά ακόμη πιο δυνατά.
Η Κασσάνδρα Διαμαντοπούλου, άψογη και αδιάντροπη, έσκυψε προς το μέρος του και με γλυκερή φωνή συμπλήρωσε:
— Είναι το τέλος σου. Τελείωσε.
Η Σταματία Ρήγα σταύρωσε τα χέρια και κούνησε το κεφάλι με αποστροφή.
— Ούτε σεντ δεν της αναλογεί, μουρμούρισε.
Ο δικαστής, ο σεβαστός Φώτιος Αγγελόπουλος, ίσιωσε τα γυαλιά του και άρχισε να ξεφυλλίζει τον φάκελο. Ο δικηγόρος του Νεκτάριου δήλωσε με αυτοπεποίθηση ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία ήταν «αποκλειστικά δικά του». Σπίτι, επιχείρηση, επενδύσεις — είτε αποκτημένα πριν τον γάμο είτε επιδέξια καλυμμένα.
Ο Νεκτάριος έλαμπε από ικανοποίηση· μάλιστα, μου έκλεισε και το μάτι, σαν να συμμετείχαμε σε κάποιο κακόγουστο αστείο.
Τότε ο δικαστής σταμάτησε απότομα το διάβασμα.
— Πριν από τη σημερινή συνεδρίαση κατατέθηκε μία επιστολή, είπε ήρεμα. — Από την ενάγουσα.
Ο Νεκτάριος συνοφρυώθηκε.
— Ποια επιστολή;
Η Κασσάνδρα έγειρε προς το μέρος του για να ψιθυρίσει κάτι, τη στιγμή που ο δικαστής ετοιμαζόταν να ανοίξει τον φάκελο και η ατμόσφαιρα στην αίθουσα άλλαζε ανεπαίσθητα.
