«Συγχωρέστε τη θεία Ευγενία» — ψιθύρισε κλαίγοντας ο Νικόλας καθώς έκρυβε τον σταυρό της μητέρας στη βάση του μνήματος της Δάφνης

Μια συγκινητική, πονεμένη ιστορία για συγχώρεση.
Ιστορίες

…και μάλιστα του χάιδεψε τη ράχη όσο εκείνος καταβρόχθιζε λαίμαργα το δώρο του.

Ακριβώς γι’ αυτό, η συμφορά που ακολούθησε έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Ναύαρχος εξαφανίστηκε. Ο Νικόλας Σταθάκης τον αναζήτησε παντού από το πρωί ως το σούρουπο· φώναζε τ’ όνομά του, έσκυβε σε κάθε γωνιά της αυλής, κοίταζε πίσω από τις αποθήκες, κάτω από τα δέντρα. Το βράδυ, πίσω από το λουτρό, τον βρήκε ξαπλωμένο στο χώμα — παγωμένο, ακίνητο, δίχως ανάσα. Μια σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του με δύναμη: «Τον δηλητηρίασε. Αυτή το έκανε! Δεν μας είχε προειδοποιήσει;»

Τα δάκρυα ξέσπασαν ανεξέλεγκτα, καυτά, ορμητικά, σαν να περίμεναν καιρό τη στιγμή τους.

— Εσύ φταις! Εσύ τον σκότωσες! — ούρλιαξε, μπαίνοντας τρέχοντας στο σπίτι και δείχνοντας με τρεμάμενο δάχτυλο το ανέκφραστο πρόσωπο της θείας. — Σε μισώ!

Περίμενε φωνές, χαστούκια, μια βίαιη αντίδραση. Αντί γι’ αυτό, εκείνη τον κοίταξε για πολλή ώρα σιωπηλή. Στο βλέμμα της απλωνόταν μια κόπωση παλιά, μια θλίψη βαριά, σχεδόν αιώνια.

— Σας είχα προειδοποιήσει, — είπε μόνο, χαμηλά, χωρίς ίχνος συναισθήματος.

Ύστερα φόρεσε το χοντρό μπουφάν της, άρπαξε ένα φτυάρι και βγήκε στην αυλή. Ο Νικόλας, κλαίγοντας ακόμη, την ακολούθησε σέρνοντας τα βήματά του. Κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει όταν την είδε να σκάβει πίσω από τον κήπο, δίπλα στους πυκνούς θάμνους με τα βατόμουρα. Έτρεξε μέσα, βρήκε ένα γερό χαρτόκουτο και ακούμπησε προσεκτικά μέσα του τον φίλο του, σαν να κοιμόταν.

Τον έθαψαν χωρίς λόγια. Η θεία έφερε έναν μεγάλο, επίπεδο λίθο και τον έστησε στο κεφάλι του μικρού τάφου. Ο Νικόλας μάζεψε φθινοπωρινά λουλούδια — αστέρες και κατηφέδες. Τότε το βλέμμα του έπεσε σε άλλες πέτρες, παρόμοιες, τοποθετημένες δίπλα-δίπλα με φροντίδα. Ήταν περισσότερες από μία.

— Τι είναι αυτά; — ρώτησε με κομμένη ανάσα.

— Τάφοι, — απάντησε εκείνη κοφτά.

— Ποιων;

— Εκείνων που αγάπησα.

Ο αέρας έλειψε από τα πνευμόνια του. Ήθελε να φωνάξει: «Δηλαδή στ’ αλήθεια τους σκότωσες;» Όμως οι λέξεις δεν βγήκαν. Η θεία κάθισε πάνω σε μια πέτρα σκεπασμένη με βρύα και έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες. Όταν μίλησε, η φωνή της ακουγόταν θαμπή, ραγισμένη, σαν να ερχόταν από βαθιά κάτω από τη γη.

— Ήμουν δεκαέξι. Ανόητη, σκληρή, χωρίς να σκέφτομαι τις συνέπειες. Στην τάξη μας ήταν ένα κορίτσι. Η Δάφνη Κουρουπάκη. Όλοι την κορόιδευαν, τη φώναζαν “τρελή”. Και… πράγματι, δεν ήταν σαν τους άλλους. Ο αδελφός της, ο Μάνος Βερνίκος… εκείνος ακόμη λιγότερο. Δεν πήγαινε σχολείο, έμενε κλεισμένος στο σπίτι. Είχε κάποια αρρώστια. Με ακολουθούσε παντού, μουρμούριζε λέξεις που δεν καταλάβαινα. Φοβόμουν, αηδίαζα. Μια μέρα ξέσπασα. Γύρισα και του πέταξα πάνω του όλη τη χολή που είχα μέσα μου. Δεν θυμάμαι τι είπα. Μόνο ότι ήταν φρικτό.

Σώπασε, σπάζοντας μηχανικά ένα ξερό κοτσάνι αστέρα.

— Μια εβδομάδα μετά, πνίγηκε. Η Δάφνη είπε πως εγώ έφταιγα. Ότι τον είχα “ματιάσει”. Και πως η γιαγιά τους, που όλοι τη θεωρούσαν μάγισσα, μου είχε ρίξει κατάρα: όποιον αγαπούσα, θα πέθαινε. Την είπα τρελή. Πιαστήκαμε στα χέρια… δεν ξαναχτύπησα άνθρωπο ποτέ ξανά.

Ο Νικόλας άκουγε ακίνητος. Ανατριχίλα κατέβαινε στη ραχοκοκαλιά του.

— Και; — ψιθύρισε. — Είναι… αλήθεια;

— Είναι, — αποκρίθηκε εκείνη το ίδιο χαμηλόφωνα, κοιτάζοντας το κενό. — Εδώ είναι η Μίρκα, ο σκύλος μου. Εκεί ο γάτος, ο Μουσκετέρης. Κι εδώ… — η φωνή της λύγισε, — η μικρή μου κόρη. Η Ίρις Καρρά. Δεν έζησε ούτε χρόνο. Οι γιατροί είπαν καρδιά. Τυχαίο. Εγώ όμως ξέρω.

Σήκωσε τα μάτια της προς τον Νικόλα. Ο πόνος που αντίκρισε ήταν τόσο βαθύς που τον ζάλισε.

— Τη γιαγιά τους τη θεωρούσαν μάγισσα. Δεν πίστευα. Τώρα πιστεύω. Και μετανιώνω. Κάθε στιγμή. Αν μπορούσα να τα γυρίσω όλα πίσω…

— Έπρεπε να της ζητήσεις συγγνώμη! — του ξέφυγε. — Εσύ δεν μου έλεγες πάντα ότι πρέπει να ζητάμε συγχώρεση;

— Ναι, — χαμογέλασε πικρά. — Έχεις δίκιο. Αλλά εδώ δεν έφτανε ένα “συγγνώμη”. Χρειαζόταν θυσία. Κάτι πολύτιμο. Κι εγώ… δεν μπορούσα. Εκείνη πέθανε τρία χρόνια αργότερα. Πνευμονία. Ζούσαν μέσα στο κρύο και τη φτώχεια. Κανείς να βοηθήσει.

Σηκώθηκε απότομα, τίναξε τη σκόνη από τα γόνατά της και γύρισε στο σπίτι χωρίς να κοιτάξει πίσω, αφήνοντας τον Νικόλα μόνο ανάμεσα στις σιωπηλές πέτρες και το ψιθύρισμα του φθινοπωρινού αέρα.

Την επόμενη μέρα συνέβη κάτι σαν θαύμα: εμφανίστηκε ξαφνικά ο πατέρας του.

— Τι κάνεις, παλιόπαιδο; Μου έλειψες! Μάζευε τα πράγματά σου, φεύγουμε!

Η χαρά του Νικόλα ήταν τέτοια που για λίγο ξέχασε τη θεία και την ιστορία της. Μόνο όταν το αυτοκίνητο γέμισε και ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, ένιωσε έναν κόμπο να τον πνίγει. Πλησίασε διστακτικά την Ευγενία Ματθαίου, χωρίς να ξέρει τι να πει. Εκείνη όμως έκανε πρώτη το βήμα, τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που σχεδόν πόνεσε, και τον φίλησε στο μάγουλο.

— Σε ευχαριστώ που ήρθες, — του ψιθύρισε. Για πρώτη φορά η φωνή της ήταν ζεστή. — Να προσέχεις.

Στον δρόμο, ο πατέρας έδειχνε παράξενα ανήσυχος και κεφάτος μαζί. Τραγουδούσε δυνατά με το ραδιόφωνο και ρωτούσε ξανά και ξανά πώς πέρασε το καλοκαίρι.

— Θα περάσουμε από το κοιμητήριο, — είπε ξαφνικά, στρίβοντας.

— Γιατί; — απόρησε ο Νικόλας.

— Εκεί είναι θαμμένος ο αδελφός μου. Και ο… ξάδελφός σου. Πέθανε μωρό. Ο αδελφός μου, ο Φίλιππος Καρράς, σκοτώθηκε αργότερα στο κυνήγι. Το όπλο έσκασε. Δεν έρχομαι συχνά, αλλά…

Ο Νικόλας κατάλαβε. Η θεία Ευγενία δεν ήταν αδελφή του πατέρα του. Ήταν η γυναίκα του νεκρού αδελφού του. Η μητέρα εκείνου του παιδιού. Μια χήρα. Η μοναξιά της απέκτησε ξαφνικά άλλο βάρος, τελεσίδικο.

Όσο ο πατέρας ίσιωνε το κιγκλίδωμα στους δύο φροντισμένους τάφους με τα ονόματα «Φίλιππος» και «Ίρις», ο Νικόλας περπάτησε στα στενά μονοπάτια. Δεν φοβόταν τα νεκροταφεία· συχνά επισκέπτονταν τη μητέρα του. Τώρα της μιλούσε από μέσα του: «Μαμά, βοήθησέ με. Πες μου τι να κάνω».

Και τότε είδε δύο λιτούς, καθαρούς τάφους δίπλα. «Δάφνη» και «Μάνος». Τα ίδια στοιχεία. Κάποιος τους φρόντιζε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Μια αχτίδα ήλιου, περνώντας ανάμεσα από τα έλατα, έπεσε πάνω στην γκρίζα πλάκα. Και τότε ο Νικόλας κατάλαβε. Κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής