Η δικηγόρος σήκωσε το βλέμμα από το μπλοκάκι της.
— Προβλέπετε διαφωνίες για την περιουσία;
Η Νεφέλη Σαββίδη το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα.
— Είναι πιθανό.
— Τότε η διαδικασία θα πάει μέσω δικαστηρίου. Καταθέτουμε την αίτηση, θα οριστεί δικάσιμος. Αν ο σύζυγος δεν συναινέσει, θα χρειαστούν περισσότερες συνεδριάσεις.
— Κι αν συμφωνήσει;
— Τότε όλα προχωρούν πιο γρήγορα. Σε ενάμιση με δύο μήνες θα έχει ολοκληρωθεί.
Η Νεφέλη συμπλήρωσε τα έντυπα, κατέβαλε το προβλεπόμενο παράβολο και υπέγραψε. Φεύγοντας, την κατέκλυσε μια αλλόκοτη αίσθηση ανακούφισης, σαν να είχε αφήσει πίσω της ένα βάρος που κουβαλούσε χρόνια στην πλάτη.
Το βράδυ, ο Αλέξανδρος Γιαννόπουλος γύρισε σπίτι γύρω στις οκτώ. Το πρόσωπό του έδειχνε εξαντλημένο, η διάθεσή του βαριά.
— Τι μέρα κι αυτή… Η μάνα μου δεν σταμάτησε να με ζαλίζει. Λέει πως της μίλησες άσχημα.
— Δεν της φώναξα, απάντησε ήρεμα η Νεφέλη.
— Τότε τι έγινε; Γιατί αντέδρασες τόσο απότομα;
Ακούμπησε μπροστά του το πιάτο με το φαγητό και τον κοίταξε στα μάτια.
— Αλέξανδρε, με αγαπάς;
Πνίγηκε σχεδόν με την πρώτη μπουκιά.
— Από πού σου ήρθε αυτό;
— Θέλω μια απάντηση. Με αγαπάς;
— Φυσικά. Δεκαπέντε χρόνια μαζί είμαστε.
— Αυτό δεν είναι απάντηση. Δεκαπέντε χρόνια μπορείς να ζεις κι από συνήθεια.
Άφησε το κουτάλι κάτω.
— Νεφέλη, τι συμβαίνει; Από χθες είσαι άλλος άνθρωπος.
— Απάντησέ μου.
— Ε… ναι, σε αγαπώ. Τι άλλο να πω;
— Και τι θα έλεγες αν οι γονείς σου σου πρότειναν να χωρίσουμε;
Το πρόσωπό του σκλήρυνε, τα μάτια του χαμήλωσαν.
— Ανοησίες. Γιατί να το κάνουν;
— Αν όμως το έκαναν;
— Δεν θα το κάνουν.
— Δεν σε ρωτάω γι’ αυτούς. Σε ρωτάω εσένα.
Η σιωπή απλώθηκε βαριά. Ο Αλέξανδρος τσαλάκωνε τη χαρτοπετσέτα στα χέρια του.
— Γιατί ανοίγεις τέτοια θέματα; Όλα είναι μια χαρά μεταξύ μας.
— «Μια χαρά» δεν είναι απάντηση.
— Δεν ξέρω! — σηκώθηκε απότομα. — Κουράστηκα μ’ αυτές τις ερωτήσεις. Προχθές όλα ήταν καλά και τώρα… τι άλλαξε;
Σηκώθηκε κι εκείνη.
— Δεν άλλαξε τίποτα. Απλώς κατάλαβα κάτι.
— Τι κατάλαβες;
— Ότι δεκαπέντε χρόνια ζούσα σαν ανόητη.
Πήγε στο υπνοδωμάτιο, άνοιξε την ντουλάπα, πήρε τον φάκελο με τα χαρτιά. Επέστρεψε στην κουζίνα και ακούμπησε πάνω στο τραπέζι την αίτηση διαζυγίου.
Ο Αλέξανδρος τη διάβασε και χλόμιασε.
— Έχεις χάσει το μυαλό σου;
— Το αντίθετο. Πρώτη φορά μετά από καιρό σκέφτομαι καθαρά.
— Γιατί; Εξαιτίας της μάνας μου; Δεν το έκανε από κακία!
— Το ξέρω. Απλώς με θεωρεί περιττό βάρος.
Έμεινε ακίνητος.
— Πώς το ξέρεις αυτό;
— Σας άκουσα. Τη νύχτα. Στην κουζίνα.
— Νεφέλη, δεν είναι όπως νομίζεις…
— Τότε πώς είναι;
Δεν μίλησε. Κρατούσε το χαρτί στα χέρια του, αμίλητος.
— Πες κάτι, είπε εκείνη και κάθισε απέναντί του.
— Η μητέρα μου πράγματι μίλησε… για τα παιδιά. Ότι ο χρόνος περνά.
— Και για το «βάρος» μίλησε;
— Είναι μεγάλη. Λέει ανοησίες καμιά φορά.
— Εσύ τι απάντησες;
Τρίψε το μέτωπό του.
— Δεν… δεν είπα τίποτα.
— Όπως πάντα.
Η Νεφέλη σηκώθηκε, έβαλε τσάι. Τα χέρια της ήταν σταθερά. Περίμενε υστερία, δάκρυα· αντί γι’ αυτό, ένιωθε μια παράξενη γαλήνη.
— Δεκαπέντε χρόνια περίμενα να τους βάλεις όρια. Να πεις στη μητέρα σου πως είμαι η γυναίκα σου, όχι μια φιλοξενούμενη.
— Έτσι έμαθαν, να κάνουν κουμάντο…
— Κι εσύ έμαθες να υπακούς. Και με έμαθες κι εμένα.
Πετάχτηκε όρθιος.
— Δεν σε ανάγκασα ποτέ! Απλώς αποφεύγω τις συγκρούσεις.
— Συγκρούσεις; Αυτό λεγόταν να υπερασπιστείς τη γυναίκα σου. Εσύ προτιμούσες να σωπαίνω.
— Και τώρα τι; Το παρελθόν δεν αλλάζει.
— Δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτα. Η απόφαση έχει ήδη παρθεί.
Άρπαξε την αίτηση.
— Δεν πρόκειται να το υπογράψω!
— Δεν είναι απαραίτητο. Θα το λύσει το δικαστήριο.
— Νεφέλη, σκέψου το. Πού θα πας; Πώς θα συνεχίσεις τη ζωή σου;
