«Αλέξανδρε, με αγαπάς;» — ρώτησε η Νεφέλη, κρατώντας την αίτηση διαζυγίου στα χέρια

Αξίζεις σεβασμό, όχι σιωπή και υποταγή.
Ιστορίες

Η κουβέντα συνέχισε, χαμηλόφωνα αλλά κοφτερά σαν λεπίδα.

— Το διαμέρισμα είναι γραμμένο στο όνομα του Αλέξανδρου Γιαννόπουλου· εμείς βάλαμε τα χρήματα για την προκαταβολή. Και το αυτοκίνητο δικό του είναι. Εκείνη δικαιούται μόνο ό,τι έβγαλε με τα δικά της χέρια.

Η Δέσποινα Μαυρίδη γέλασε με έναν ήχο που έκοβε την ανάσα.

— Δηλαδή ψίχουλα. Μια βιβλιοθηκάριος της συμφοράς.

— Λες να δεχτεί;

— Και βέβαια θα δεχτεί. Είμαι η μάνα του, ξέρω πώς να του μιλήσω. Το θέμα είναι να του το σερβίρουμε σωστά. Ότι, τάχα, δυστυχεί, ότι βασανίζεται με αυτήν την… πώς τη λένε;

— Τη Νεφέλη.

— Α, ναι. Με τη Νεφέλη αυτή. Ήρθε η ώρα να ξεφορτωθεί το βάρος!

Η Νεφέλη έμεινε ακίνητη. Ένιωθε σαν να της είχαν τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. Βάρος. Δεκαπέντε χρόνια ήταν βάρος.

— Κι αν αρνηθεί;

— Δεν θα αρνηθεί. Ο Αλέξανδρος πάντα με άκουγε. Και τώρα θα ακούσει.

Από την κουζίνα ακούστηκαν σακούλες να τρίβονται και πιάτα να συγκρούονται.

— Φτάνει για σήμερα. Ώρα για ύπνο. Αύριο μας περιμένει μεγάλη μέρα.

Η Νεφέλη γλίστρησε στο μπάνιο, κλείδωσε πίσω της και κάθισε στο καπάκι της λεκάνης, κρύβοντας το πρόσωπό της στις παλάμες.

Βάρος. Άκαρπη αγελάδα.

Δεκαπέντε χρόνια προσπαθούσε: μαγείρευε σε γιορτές, διάλεγε δώρα, κατάπινε υπαινιγμούς και προσβολές. Κι εκείνοι σχεδίαζαν να την πετάξουν όπως ένα παλιό έπιπλο.

Και ο Αλέξανδρος θα υπάκουε. Πάντα υπάκουε. Πότε δεν είχε κάνει αλλιώς;

Γύρισε στο δωμάτιο. Ο Αλέξανδρος ροχάλιζε όπως πριν. Ξάπλωσε δίπλα του, τυλίχτηκε με το πάπλωμα και περίμενε να ξημερώσει.

Στις επτά σηκώθηκε, ντύθηκε και έβαλε λίγα πράγματα σε μια τσάντα. Ο θόρυβος τον ξύπνησε.

— Νεφέλη, γιατί τόσο νωρίς;

— Φεύγω για το σπίτι.

— Πώς έτσι; Δεν λέγαμε να μείνουμε ως το βράδυ;

— Θέλω να φύγω. Τώρα.

Εκείνος ανακάθισε, τρίβοντας τα μάτια του.

— Τι έγινε;

— Τίποτα. Απλώς θέλω να γυρίσω.

— Και οι γονείς μου; Θα στενοχωρηθούν.

Γονείς. Η Νεφέλη σήκωσε την τσάντα.

— Δώσε τους χαιρετισμούς. Πες ότι με πονούσε το κεφάλι.

— Να έρθω μαζί σου.

— Όχι. Μείνε. Πέρασε χρόνο μαζί τους.

Στο χολ φόρεσε το μπουφάν της, έβγαλε το κινητό και κάλεσε ταξί.

— Νεφελάκι, πού πας; — φάνηκε η Δέσποινα Μαυρίδη από την κουζίνα. — Το πρωινό είναι έτοιμο.

— Γυρίζω σπίτι. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

— Μα τόσο νωρίς;

Η Νεφέλη την κοίταξε προσεκτικά: τα βαμμένα χείλη, το προσποιητό ενδιαφέρον στη φωνή.

— Έχω δουλειές.

Δέκα λεπτά μετά μπήκε στο ταξί, κάθισε πίσω και έκλεισε τα μάτια.

Το βάρος φεύγει μόνο του.

Στο σπίτι έφτιαξε δυνατό τσάι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Η σιωπή του διαμερίσματος ήταν ξένη. Συνήθως γύριζαν βράδυ, εξαντλημένοι, έτρωγαν και έπεφταν για ύπνο.

Τώρα ήταν Σάββατο, έντεκα το πρωί, και ήταν μόνη.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Αλέξανδρος.

— Έφτασες καλά;

— Ναι.

— Τι συμβαίνει; Η μαμά λέει πως ήσουν περίεργη.

Περίεργη. Η Νεφέλη χαμογέλασε πικρά.

— Όλα καλά. Πώς είναι οι γονείς σου;

— Καλά… Άκου, θα έρθω το βράδυ. Να μιλήσουμε.

— Εντάξει.

Κλείνοντας, κοίταξε γύρω της. Το σπίτι τους. Μαζί διάλεξαν ταπετσαρίες και έπιπλα. Μόνο η προκαταβολή είχε δοθεί από τους γονείς του. Άρα, κατά τη δική τους λογική, δεν της ανήκε τίποτα.

Σηκώθηκε, άνοιξε την ντουλάπα και τράβηξε τον φάκελο με τα έγγραφα: πιστοποιητικό γάμου, χαρτιά του διαμερίσματος. Όλα στο όνομα και των δύο.

Άλλο ένα ψέμα της γριάς.

Τη Δευτέρα πήρε άδεια και πήγε σε δικηγορικό γραφείο. Μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα τριάντα, με τζιν και πουλόβερ, την υποδέχτηκε και άνοιξε το μπλοκάκι της, έτοιμη να ξεκινήσει τις τυπικές ερωτήσεις για την υπόθεση.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής