«Αλέξανδρε, με αγαπάς;» — ρώτησε η Νεφέλη, κρατώντας την αίτηση διαζυγίου στα χέρια

Αξίζεις σεβασμό, όχι σιωπή και υποταγή.
Ιστορίες

Η Νεφέλη Σαββίδη έφερε ασυναίσθητα το χέρι στα μαλλιά της και σήκωσε το βλέμμα προς το σπίτι των γονιών του Αλέξανδρου Γιαννόπουλου. Το διώροφο, τούβλινο κτίσμα της φαινόταν πάντα υπερβολικό για δύο ηλικιωμένους ανθρώπους· περισσότερο έμοιαζε με έπαυλη παρά με οικογενειακή κατοικία.

— Λοιπόν, είσαι έτοιμη; — ρώτησε ο Αλέξανδρος, κατεβάζοντας τις τσάντες από το πορτμπαγκάζ.

— Φυσικά, — απάντησε εκείνη με ένα ήρεμο χαμόγελο. Δεκαπέντε χρόνια γάμου την είχαν εκπαιδεύσει να κρύβει κάθε ίχνος αμηχανίας.

Την πόρτα άνοιξε η Δέσποινα Μαυρίδη. Ήταν βαμμένη, περιποιημένη, ντυμένη με καινούργια ρόμπα.

— Α, ήρθατε. Αλεξανδράκο μου! — αγκάλιασε τον γιο της και τον φίλησε στο μάγουλο. Προς τη Νεφέλη έριξε μια σύντομη, ψυχρή ματιά. — Νεφελάκι, καλησπέρα.

— Καλησπέρα σας, — είπε η Νεφέλη, τείνοντας το κουτί με τα σοκολατάκια.

— Αχ, δεν χρειαζόταν. Ο πατέρας έχει πια σοβαρό θέμα με το ζάχαρο.

Ο Αλέξανδρος δεν σχολίασε. Όπως πάντα.

Στο σαλόνι καθόταν ο Θεόδωρος Διαμαντόπουλος, καρφωμένος στις ειδήσεις. Τους χαιρέτησε με ένα νεύμα και ξαναγύρισε το βλέμμα στην οθόνη.

— Το φαγητό σε μία ώρα, — ανακοίνωσε η Δέσποινα. — Αλέξανδρε, έλα να με βοηθήσεις στην κουζίνα. Νεφέλη, ξεκουράσου.

Ξεκουράσου. Λες και ήταν ανήμπορη.

Η Νεφέλη μπήκε στο δωμάτιο των ξένων, τακτοποίησε τα πράγματά της στην ντουλάπα και κάθισε στο κρεβάτι. Πίσω από τον τοίχο ακούγονταν οι φωνές του άντρα της και της μητέρας του — συζητήσεις για δουλειές, γείτονες, γιατρούς.

Για ποιο λόγο ερχόταν κάθε μήνα εδώ; Από υποχρέωση; Ή μήπως ο Αλέξανδρος πραγματικά νοσταλγούσε αυτό το σπίτι;

— Νεφελάκι, έλα να φάμε! — ακούστηκε η φωνή της Δέσποινας.

Στο τραπέζι υπήρχε κοτόπουλο, πατάτες, σαλάτα. Το συνηθισμένο μενού.

— Ο Αλέξανδρος είπε πως ξαναπήγατε διακοπές στην Τουρκία, — ξεκίνησε η πεθερά. — Εμείς στην ηλικία σας πηγαίναμε στο χωριό. Προσφέραμε κάτι στη χώρα.

— Οι εποχές έχουν αλλάξει, — απάντησε συγκρατημένα η Νεφέλη.

— Ναι, άλλαξαν… Παλιά, όμως, η οικογένεια ήταν πάνω απ’ όλα.

Τα δάχτυλα της Νεφέλης σφίχτηκαν. Ο Αλέξανδρος μασούσε σιωπηλός.

— Και τα παιδιά; — ρώτησε ο Θεόδωρος, σηκώνοντας το κεφάλι. — Ο χρόνος περνά.

— Μπαμπά, το έχουμε συζητήσει, — μουρμούρισε ο Αλέξανδρος.

— Το συζητήσατε, αλλά αποτέλεσμα μηδέν.

Η Νεφέλη σηκώθηκε.

— Συγγνώμη, έχω πονοκέφαλο. Θα ξαπλώσω νωρίς.

Στο δωμάτιο έκλεισε την πόρτα και κάθισε στο κρεβάτι. Τα χέρια της έτρεμαν. Πάντα τα ίδια — υπαινιγμοί, κατηγορίες, βλέμματα γεμάτα αποδοκιμασία.

Ο Αλέξανδρος μπήκε μετά από μισή ώρα.

— Τι έχεις;

— Τίποτα. Κούραση.

— Δεν το κάνουν από κακία. Ανησυχούν.

Ανησυχούν… Η Νεφέλη γύρισε προς τον τοίχο.

— Καληνύχτα.

Εκείνος ξάπλωσε δίπλα της και σύντομα άρχισε να ροχαλίζει.

Η Νεφέλη, όμως, έμεινε άγρυπνη. Σκεφτόταν το αυριανό πρωινό, τα πικρόχολα σχόλια, την επιμονή του Αλέξανδρου να παριστάνει πως δεν βλέπει τίποτα.

Δεκαπέντε χρόνια. Ήταν δυνατόν να είναι πάντα έτσι;

Ξύπνησε στις τρεις. Το στόμα της ήταν στεγνό, το κεφάλι βαρύ. Ο Αλέξανδρος κοιμόταν απλωμένος σε όλο το κρεβάτι.

Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα της και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα για νερό. Το νυχτερινό φως έριχνε σκιές στον διάδρομο, το πάτωμα έτριζε.

Στάθηκε πριν μπει. Από μέσα ακούγονταν ψίθυροι — της πεθεράς και του πεθερού της.

— …αντέχει αυτή την άτεκνη αγελάδα, — έφτυσε με κακία η Δέσποινα. — Δεκαπέντε χρόνια και τίποτα.

— Σώπα, θα μας ακούσει κανείς, — γρύλισε ο Θεόδωρος.

— Και τι να γίνει; Ας τα ακούσει. Μήπως ντραπεί. Ο Αλεξανδράκος θα μπορούσε να βρει οποιαδήποτε. Όμορφος, με χρήματα.

Η Νεφέλη κόλλησε στον τοίχο. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως αντηχούσε σε όλο το σπίτι.

— Και τι προτείνεις;

— Να του μιλήσουμε αύριο. Σοβαρά. Ένας άντρας πρέπει να ξέρει ότι ο χρόνος δεν απλώνεται για πάντα. Στα σαράντα τρία προλαβαίνει ακόμη να φτιάξει κανονική οικογένεια.

— Και με το σπίτι; Το αυτοκίνητο;

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής