— Ότι η σωστή σύζυγος δεν φορτώνει τον άντρα της με μικροπράγματα. Ότι καταλαβαίνει και συγχωρεί. Ότι η αληθινή γυναίκα δημιουργεί ζεστασιά στο σπίτι, δεν γκρινιάζει και δεν πιέζει.
Η Ελπίδα Ζαχαριάδη κατέβασε το βλέμμα, σαν να ήθελε να κρυφτεί από τις ίδιες της τις λέξεις.
— Και πως το διαζύγιο είναι ντροπή για τη γυναίκα, όχι όμως για τον άντρα. Τα θυμάστε όλα αυτά; Ήταν δικές σας «σοφίες».
— Τα θυμάμαι… — ψιθύρισε.
— Τότε, ζήστε τώρα με το αποτέλεσμα των συμβουλών σας.
Η σιωπή μέσα στο αυτοκίνητο έγινε βαριά, σχεδόν αποπνικτική. Η Ελπίδα έσφιγγε τα χερούλια της τσάντας της, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.
— Ξανθή… θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη.
— Για ποιο πράγμα, ακριβώς;
— Που σε κατηγόρησα για το διαζύγιο. Που έλεγα ότι ήσουν κακή σύζυγος, ότι δεν ήξερες να τα βρεις με τον άντρα σου.
Η Ξανθή Σαββίδη γύρισε ολόκληρο το σώμα της προς το μέρος της.
— Και τώρα; Τι πιστεύετε τώρα;
— Τώρα καταλαβαίνω… — η Ελπίδα σήκωσε επιτέλους το βλέμμα. — Εσύ απλώς έφυγες πρώτη. Εγώ φταίω. Τον μεγάλωσα λάθος. Τον προστάτευα από τα πάντα, τον κάλυπτα συνεχώς. Έτσι δεν έμαθε ποτέ να αναλαμβάνει ευθύνη για τον εαυτό του.
— Ξέρατε πολύ καλά τι άνθρωπο μεγαλώνατε. Απλώς ήταν πιο βολικό να τα ρίχνετε όλα πάνω μου.
Η Ελπίδα τινάχτηκε, σαν να είχε δεχτεί χαστούκι.
— Έχεις δίκιο… αλλά νόμιζα… πίστευα ότι προστάτευα τον γιο μου. Ότι αυτή ήταν η μητρική αγάπη…
— Η μητρική αγάπη είναι να μαθαίνεις το παιδί σου να ζει χωρίς εσένα. Εσείς τον μάθατε να ζει εις βάρος σας.
Τα λόγια έπεσαν βαριά. Η Ελπίδα μίκρυνε στη θέση της.
— Συγχώρεσέ με… — είπε σχεδόν άηχα. — Δεν καταλάβαινα τι έκανα. Δεν φανταζόμουν πού θα οδηγούσε.
— Το φανταζόσασταν. Απλώς τότε οι συνέπειες έμοιαζαν μακρινές.
Έξω άρχισε να ψιχαλίζει. Η Ελπίδα άνοιξε την πόρτα, όμως δεν βιάστηκε να κατέβει.
— Και εσύ… είσαι ευτυχισμένη τώρα;
— Είμαι ήρεμη.
— Δεν σου λείπει η οικογένεια; Ο άντρας σου;
— Τι ακριβώς να μου λείψει; Οι φωνές; Οι κατηγορίες; Η μόνιμη αίσθηση ότι ό,τι κι αν κάνω είναι λάθος;
Η Ξανθή έβαλε μπροστά τη μηχανή. Ο θόρυβος του κινητήρα γέμισε το κενό.
— Μα τον αγαπούσες…
— Αγαπούσα αυτόν που θα μπορούσε να γίνει. Όχι αυτόν που ήταν.
Η Ελπίδα Ζαχαριάδη κατέβηκε τελικά, αλλά έμεινε για λίγο δίπλα στην ανοιχτή πόρτα, κάτω από τη βροχή.
— Μήπως να ανέβαινες; Να πιούμε έναν καφέ, να μιλήσουμε λίγο… Θα πω στον Φίλιππο Σολομωνίδη ότι συναντηθήκαμε.
— Όχι.
— Θα χαιρόταν, στ’ αλήθεια…
— Αμφιβάλλω. Δύσκολα θα μου συγχωρούσε ότι εγώ έφυγα πρώτη.
Σιωπή. Η βροχή δυνάμωσε.
— Ελπίδα Ζαχαριάδη — είπε η Ξανθή, με φωνή σταθερή, προετοιμάζοντας άθελά της το έδαφος για όσα θα ακολουθούσαν.
