Η πρώην πεθερά της έμαθε εντελώς τυχαία πώς ήταν η ζωή της μετά το διαζύγιο. Δεν περίμενε σε καμία περίπτωση ότι εκείνη θα έδειχνε πιο ήρεμη και πιο ευτυχισμένη απ’ ό,τι ο ίδιος της ο γιος.
Το αυτόματο ταμείο στο σούπερ μάρκετ έκανε εκνευριστικούς, παρατεταμένους ήχους. Η Ξανθή Σαββίδη πέρασε από τον σαρωτή ένα βαζάκι ελιές και άπλωσε το χέρι προς το μηχάνημα πληρωμής. Κάποιος πίσω τους μουρμούριζε θυμωμένα.
— Πού στο καλό πατάς εδώ μέσα;
Η Ξανθή γύρισε απότομα και ένιωσε το σώμα της να παγώνει. Στο διπλανό ταμείο στεκόταν η Ελπίδα Ζαχαριάδη, πατώντας νευρικά την οθόνη με αβεβαιότητα. Τα γκρίζα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα, το παλτό της φθαρμένο, η τσάντα της φθηνή. Η ίδια γυναίκα που τρία χρόνια πριν την είχε χαρακτηρίσει αποτυχημένη σύζυγο.
Δύο λεπτά απόλυτης σιωπής κύλησαν βαριά. Η Ελπίδα Ζαχαριάδη ήταν εκείνη που την αναγνώρισε πρώτη.

— Ξανθή; — η φωνή της έτρεμε. — Εσύ είσαι;
— Καλημέρα σας, κυρία Ζαχαριάδη.
Η Ξανθή ολοκλήρωσε ατάραχα την πληρωμή. Το καινούργιο παλτό αγκάλιαζε όμορφα τη σιλουέτα της, η δερμάτινη τσάντα στεκόταν δίπλα στο καρότσι, και τα προϊόντα τα είχε διαλέξει χωρίς να μετρά λεπτομερώς τις τιμές.
Η πρώην πεθερά της την παρατηρούσε προσεκτικά: περιποιημένα χέρια, καθαρό πρόσωπο, ξεκούραστη όψη. Καμία σχέση με τη γυναίκα που πριν δύο χρόνια είχε φύγει από το σπίτι τους με μια μόνο βαλίτσα.
— Να σας βοηθήσω; — είπε η Ξανθή δείχνοντας την οθόνη.
Η Ελπίδα έκανε ένα βήμα πίσω. Η Ξανθή πλήρωσε γρήγορα τα λίγα πράγματα: ψωμί, γάλα, τα πιο φθηνά λουκάνικα. Κάποτε δεν θα της τραβούσε την προσοχή, τώρα όμως, ασυναίσθητα, τα συνέκρινε με όσα είχε στο δικό της καρότσι.
— Ευχαριστώ… — μουρμούρισε η Ελπίδα. — Παλιά ο Φίλιππος Σολομωνίδης ασχολούνταν με αυτά, αλλά τώρα…
Σταμάτησε απότομα, κοκκινίζοντας.
Βγήκαν σχεδόν μαζί από το κατάστημα. Η Ξανθή κατευθύνθηκε προς το ολοκαίνουργιο αυτοκίνητό της. Η Ελπίδα στάθηκε στη στάση του λεωφορείου και την κοίταξε ξανά.
— Δικό σου είναι; — ρώτησε δείχνοντας το αυτοκίνητο.
— Ναι. Δουλεύω από το σπίτι, γράφω επαγγελματικά κείμενα.
— Φαντάζομαι πληρώνει καλά… έτσι, καθιστική δουλειά;
— Πάρα πολύ καλά. Και χωρίς κανέναν να μου λέει τι να κάνω.
Η φράση ειπώθηκε με ανεπαίσθητη έμφαση. Η Ελπίδα κατάλαβε, κατέβασε το βλέμμα.
Το λεωφορείο αργούσε. Στάθηκαν σιωπηλές, ανταλλάσσοντας αραιά ματιές. Η Ξανθή τακτοποιούσε αργά τις σακούλες στο πορτμπαγκάζ. Κάποτε έτρεχε πάντα — να προλάβει μαγείρεμα, πλύσιμο, καθάρισμα. Τώρα δεν υπήρχε καμία βιασύνη. Και αυτό της φαινόταν υπέροχο.
— Και… πώς είστε; — ρώτησε τελικά η Ελπίδα.
— Καλά. Εσείς;
Η ερώτηση έμεινε να αιωρείται. Η Ελπίδα Ζαχαριάδη κοιτούσε το πεζοδρόμιο, σφίγγοντας τη λαβή της τσάντας της, πριν πάρει μια βαθιά ανάσα για να απαντήσει.
