Η Δάφνη συνέχισε χωρίς δισταγμό, με φωνή σταθερή και καθαρή:
— Ο Οδυσσέας έχει την ευθύνη της IT αρχιτεκτονικής, εγώ διαχειρίζομαι το προϊόν. Από πέρσι δραστηριοποιούμαστε και σε ευρωπαϊκές αγορές.
Ο Μάρκος Κόντος άφησε ένα αμφίβολο γελάκι, μισό ειρωνεία, μισό αμηχανία.
— Ε, καλά… startups. Όλοι πια startups ανοίγουν.
Η Δάφνη γύρισε προς το μέρος του. Το χαμόγελό της ήταν ήρεμο, σχεδόν ευγενικό, όμως το βλέμμα της δεν άφηνε περιθώρια.
— Όχι όλοι, Μάρκο. Αλλά εμείς τα καταφέραμε.
Η ατμόσφαιρα στο τραπέζι βάρυνε απότομα, σαν να κόπηκε ο αέρας. Η Ευγενία Μαυρογένη κοιτούσε τον γιο της και προσπαθούσε να τον αναγνωρίσει. Πότε πρόλαβε να γίνει έτσι; Από πού ξεπήδησε αυτή η αυτοπεποίθηση, αυτά τα χρήματα, το καλοραμμένο κοστούμι, αυτή η γυναίκα που δεν θύμιζε πια σε τίποτα το σιωπηλό, άβολο κορίτσι της επαρχίας;
Μια καλεσμένη, γειτόνισσα της Ευγενίας, έσκυψε προς τη φίλη της και ψιθύρισε δήθεν χαμηλόφωνα:
— Ποιος να το περίμενε… Κι όμως, πάντα μας έλεγε πως ο μεγάλος της γιος δεν θα πήγαινε πουθενά.
Το πρόσωπο της Ευγενίας άσπρισε.
Ο Οδυσσέας σηκώθηκε από τη θέση του και κάθισε οκλαδόν δίπλα στον μικρό Νικόλαο Σαββίδη, τον γιο του Λεωνίδα. Το παιδί τον κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν από θαυμασμό.
— Γεια σου, Νικόλαε. Πόσων χρονών είσαι τώρα;
— Δέκα, — απάντησε με περηφάνια.
Ο Οδυσσέας έβγαλε από την τσέπη του μια κάρτα, βαριά, με ανάγλυφα γράμματα.
— Αν ποτέ θελήσεις να μάθεις πώς φτιάχνονται τα προγράμματα ή πώς στήνεται μια επιχείρηση, πάρε τηλέφωνο. Έλα από το γραφείο μας, θα σου δείξω.
Ο Λεωνίδας Ζωγράφος σφίχτηκε εμφανώς.
— Οδυσσέα, δεν χρειάζεται…
— Τι δεν χρειάζεται, Λεωνίδα; Να καλέσω τον ανιψιό μου; — ο Οδυσσέας σηκώθηκε όρθιος. — Δεν θέλω να του αλλάξω δρόμο. Απλώς να του δείξω ότι υπάρχουν κι άλλες επιλογές.
Ο Νικόλαος κράτησε την κάρτα σαν να ήταν πολύτιμος θησαυρός. Ο Λεωνίδας έσφιξε τα δόντια, χωρίς να μιλήσει.
Ο Οδυσσέας γύρισε ξανά προς το τραπέζι της εορτάζουσας. Η Ευγενία Μαυρογένη κατάφερε επιτέλους να μιλήσει:
— Οδυσσέα, εγώ… δεν φανταζόμουν ότι θα…
— Ότι θα τα κατάφερνα; — συμπλήρωσε ήρεμα εκείνος. — Το θυμάμαι καλά. Έντεκα χρόνια πριν, μπροστά σε όλους, μου είπες πως είμαι αποτυχημένος. Πως κουράστηκες να με συντηρείς. Πως δεν θα γίνω ποτέ τίποτα.
Το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπό της. Οι καλεσμένοι σώπασαν εντελώς, προσποιούμενοι ότι ασχολούνται με τα πιάτα τους.
— Οδυσσέα, συγγνώμη… δεν το εννοούσα…
— Το εννοούσες, — την διέκοψε χωρίς σκληρότητα, σαν απλή διαπίστωση. — Και ξέρεις κάτι; Σε ευχαριστώ. Χωρίς εκείνη την ταπείνωση, εγώ και η Δάφνη δεν θα καταλαβαίναμε ποτέ το βασικό: ότι μπορείς να στηριχτείς μόνο στον εαυτό σου.
Η Δάφνη ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. Δεν τον σταμάτησε· απλώς του θύμισε πως δεν ήταν μόνος.
Ο Οδυσσέας πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε πιο ήρεμα:
— Φύγαμε τότε χωρίς τίποτα. Νοικιάζαμε ένα δωμάτιο σε εστία. Η Δάφνη δούλευε σε call center, εγώ έγραφα κώδικα τα βράδια. Τα δύο πρώτα χρόνια μετρούσαμε κάθε ευρώ. Μετά γεννήθηκε ο Φίλιππος και όλα έγιναν δυσκολότερα. Παρ’ όλα αυτά, δεν ζητήσαμε βοήθεια. Από κανέναν.
Το βλέμμα του πέρασε από το τραπέζι: τον Λεωνίδα με το ακριβό ρολόι, τον Μάρκο με το αυτάρεσκο ύφος, την Ευγενία με τα μαργαριτάρια της.
— Η πρώτη δουλειά ήρθε μετά από τρία χρόνια. Μικρή. Ύστερα άλλη μία. Κάποια στιγμή μας πρόσεξαν επενδυτές. Δημιουργήσαμε ένα προϊόν που έλυνε πραγματικό πρόβλημα. Και τότε απογειώθηκε.
Ο Μάρκος συνοφρυώθηκε.
— Εύκολο να τα λες τώρα που πέτυχες.
Ο Οδυσσέας γύρισε προς το μέρος του, και για πρώτη φορά η φωνή του σκλήρυνε:
— Εύκολο; Μάρκο, έχεις μείνει ποτέ άυπνος δύο μερόνυχτα; Έχεις αναρωτηθεί αν θα φτάσουν τα λεφτά για φαγητό; Έχεις δει τη γυναίκα σου να περιμένει σε ουρά για δωρεάν παιδικά ρούχα, ενώ εσύ προσποιείσαι τον επιτυχημένο σε μια συνάντηση; Όχι. Γιατί πάντα υπήρχε δίχτυ ασφαλείας. Στον Λεωνίδα, ένα σπίτι. Σε σένα, γνωριμίες. Σε εμάς… τίποτα. Και αυτό ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί.
Η Ευγενία έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Ο Λεωνίδας κοίταζε σιωπηλός το πιάτο του. Η Μελίνα Παπακώστα γύρισε προς το παράθυρο.
Ο Οδυσσέας στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος, κι η σιωπή που ακολούθησε έμοιαζε να προμηνύει όσα θα ακολουθούσαν.
