Η σύσκεψη πήρε απρόσμενη τροπή τη στιγμή που βγήκε στο τραπέζι εκείνος ο περιβόητος προϋπολογισμός. Τα βλέμματα καρφώθηκαν στα έγγραφα, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος ξεφύλλιζε αργά τις σελίδες, με το πρόσωπο σφιγμένο.
— Ποιος είχε την ευθύνη για τη σύμβαση με τον υπεργολάβο; — ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. — Εδώ υπάρχει απόκλιση σαράντα χιλιάδων.
Η αίθουσα βυθίστηκε σε βαριά σιωπή. Κανείς δεν μιλούσε.
Η Καλλιόπη Ζωγράφου καθόταν απέναντι από τη Δέσποινα Βασιλοπούλου και έπινε τον καφέ της με προσποιητή ηρεμία.
— Το έγγραφο το κατέθεσε η Καλλιόπη — είπε η Δέσποινα σταθερά. — Όμως εγώ δεν το υπέγραψα.
Ο διευθυντής σήκωσε το βλέμμα.
— Για ποιο λόγο;
— Επειδή περιείχε αλλοιωμένα στοιχεία. Ο υπεργολάβος επιβεβαίωσε ότι δεν είχε εγκριθεί καμία νέα τιμολόγηση.
Για μια στιγμή η Καλλιόπη ταράχτηκε, όμως ανασυγκροτήθηκε γρήγορα.
— Δέσποινα, μιλάς σοβαρά; Ήταν ένα απλό λάθος. Η γραμματεία επισύναψε λάθος αρχείο.
— Παράξενο λάθος — απάντησε ήρεμα η Δέσποινα. — Ένα λάθος που θα αύξανε τα έσοδα κατά σαράντα χιλιάδες. Και ακόμη πιο παράξενο ότι το αντίγραφο της παλιάς σύμβασης εξαφανίστηκε από τον κοινό φάκελο του διακομιστή.
Ο Διονύσιος Ζαχαριάδης άφησε τα χαρτιά στο τραπέζι και τους κοίταξε και τις δύο.
— Θα διερευνηθεί άμεσα. Σήμερα κιόλας.
Μετά τη λήξη της σύσκεψης, στο τμήμα επικρατούσε απόλυτη παγωμάρα. Η Δέσποινα επέστρεψε στο γραφείο της με την καρδιά να χτυπά δυνατά. Το ήξερε: από εδώ και πέρα δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής.
Λίγο πριν το μεσημέρι ήρθε μήνυμα από το λογιστήριο:
«Η απόκλιση επιβεβαιώθηκε. Το αρχικό αρχείο διαγράφηκε στις 11 Οκτωβρίου, 19:46, από τον κοινό δίσκο.»
Θυμόταν πολύ καλά ποια είχε μείνει εκείνο το βράδυ μέχρι αργά. Μόνο η Καλλιόπη.
Μία ώρα αργότερα, κλήθηκαν και οι δύο στο γραφείο της διοίκησης.
Η Καλλιόπη μίλησε πρώτη, γρήγορα, με αυτοπεποίθηση αλλά και μια νότα προσβολής:
— Πρόκειται για παγίδα. Δεν πείραξα τίποτα. Έχω παιδί στο σπίτι, δεν ξενυχτάω στο γραφείο. Κάποιος άλλος ανακατεύτηκε.
— Τα αρχεία καταγραφής θα δείξουν την αλήθεια — απάντησε ψύχραιμα ο διευθύνων σύμβουλος. — Μέχρι τότε, Καλλιόπη, πάρε μια μέρα άδεια. Μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος.
Όταν εκείνη έφυγε, κλείνοντας την πόρτα με θόρυβο, η Δέσποινα άφησε επιτέλους την ανάσα που κρατούσε. Ανακούφιση, όμως, δεν ένιωσε. Μόνο εξάντληση.
Το βράδυ, στο σπίτι, έβαλε νερό να βράσει και κοίταξε το κινητό της. Άλλο ένα μήνυμα από τον Απόστολο Καραγιάννη:
«Δέσποινα, σου μιλάω σοβαρά. Ας συναντηθούμε. Χωρίς κατηγορίες. Θέλω να σε δω.»
Έμεινε για ώρα κοιτάζοντας την οθόνη. Τελικά πληκτρολόγησε:
«Αύριο. Επτά. Στο καφέ δίπλα στο μετρό.»
Την επόμενη μέρα έφτασε πρώτη. Παρήγγειλε cappuccino και κάθισε κοντά στο παράθυρο. Ο Απόστολος εμφανίστηκε δέκα λεπτά αργότερα. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος, κι όμως διαφορετικός: κουρασμένος, χωρίς τη γνώριμη αυτοπεποίθηση.
— Σε ευχαριστώ που ήρθες — είπε.
— Μίλα — απάντησε εκείνη ήρεμα.
— Δεν θέλω να το χάσω αυτό… Έκανα λάθη. Δεν σε πρόσεξα, δεν κατάλαβα πόσο δύσκολα περνούσες. Νόμιζα ότι όλα ήταν καλά, μέχρι που έφυγες.
Τον άκουγε σιωπηλή. Ο καφές είχε ήδη κρυώσει.
— Δεν το είδες γιατί δεν ήθελες να το δεις — είπε τελικά. — Δεν ζητούσα χρήματα ούτε λύσεις. Ζητούσα στήριξη. Μια κουβέντα.
Ο Απόστολος χαμήλωσε το βλέμμα.
— Το κατάλαβα αργά.
— Ακριβώς — απάντησε. — Αργά.
Την κοίταξε σαν να προσπαθούσε να αποτυπώσει κάθε της χαρακτηριστικό.
— Δηλαδή… αυτό ήταν;
Η Δέσποινα χαμογέλασε ελαφρά.
— Όχι. Το τέλος είναι όταν δεν νιώθεις τίποτα. Εγώ νιώθω. Απλώς κάτι άλλο. Κούραση. Και ηρεμία.
Εκείνος έγνεψε.
— Δεν θα σε ξεχάσω.
— Δεν χρειάζεται — του είπε. — Απλώς ζήσε σωστά.
Βγαίνοντας από το καφέ, είδε τις πρώτες νιφάδες χιονιού να πέφτουν δειλά, υγρές, οι πρώτες της χρονιάς. Σήκωσε τον γιακά και κατευθύνθηκε προς το μετρό. Η πόλη έμοιαζε παράξενα ήσυχη.
Την ίδια ώρα, στο γραφείο, όλα ανατρέπονταν. Ο έλεγχος απέδειξε ότι τα αρχεία είχαν όντως αλλοιωθεί — από τον υπολογιστή της Καλλιόπης.
Ο Διονύσιος Ζαχαριάδης συγκάλεσε σύντομη σύσκεψη:
— Με απόφαση της διοίκησης, η Καλλιόπη Ζωγράφου παύει να εργάζεται στην εταιρεία. Δέσποινα, το τμήμα σου έσωσε το έργο και τη φήμη μας. Σας ευχαριστούμε.
Δεν υπήρξαν χειροκροτήματα. Μόνο μια σύντομη, φορτισμένη σιωπή. Οι συνάδελφοι την κοίταζαν πια αλλιώς — με σεβασμό.
Αργά το βράδυ, μόνη στο γραφείο, στάθηκε στο παράθυρο. Τα φώτα των αυτοκινήτων σχημάτιζαν γραμμές, ενώ το χιόνι δυνάμωνε. Έστειλε μήνυμα στη μητέρα της:
Δέσποινα: «Τελείωσε. Τα κατάφερα.»
Μητέρα: «Το ήξερα. Τώρα ξεκίνα να ζεις — όχι απλώς να αντέχεις.»
Χαμογέλασε. Άφησε το κινητό στο γραφείο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε πως μπορούσε να αναπνεύσει.
Οι εβδομάδες κύλησαν και όλα βρήκαν τον ρυθμό τους. Η δουλειά προχωρούσε ομαλά, το τμήμα λειτουργούσε σταθερά. Κάποιες νύχτες, δουλεύοντας μέχρι αργά, συνειδητοποιούσε ότι δεν φοβόταν πια. Ήξερε πως ό,τι κατέρρευσε, δεν κατέρρευσε άδικα.
Ένα απόγευμα, γυρνώντας σπίτι, στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου. Ένα πόστερ έγραφε:
«Project Management για γυναίκες ηγέτιδες. Πώς να χτίσεις καριέρα χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου.»
Το κοίταξε για λίγο. Και αγόρασε θέση στο σεμινάριο. Χωρίς σχέδιο.
Την άνοιξη βρέθηκε ξανά στο ίδιο καφέ όπου κάποτε είχε συναντήσει τον Απόστολο. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε χιόνι, μόνο μυρωδιά βρεγμένης ασφάλτου και ζεστός αέρας. Στο χέρι της κρατούσε latte, στο μυαλό της ένα νέο πρότζεκτ.
Ένα νεαρό ζευγάρι πέρασε γελώντας. Τους κοίταξε — και συνειδητοποίησε ότι δεν πονούσε πια.
Η ζωή δεν άλλαξε απότομα. Απλώς έπαψε να της φαίνεται ξένη.
Αργά το βράδυ, στο σπίτι, άνοιξε το παλιό κουτί με γράμματα, εισιτήρια, φωτογραφίες. Τα κοίταξε όλα και τα πέταξε προσεκτικά. Χωρίς δάκρυα. Χωρίς βάρος.
Στο περβάζι στέκονταν οι δύο κάκτοι της — μεγαλύτεροι, ανθισμένοι. Τους χαμογέλασε.
— Καλά τα πάμε — ψιθύρισε.
Έσβησε το φως, ξάπλωσε και, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, κοιμήθηκε ήρεμα. Χωρίς σκέψεις, χωρίς προσδοκίες. Μόνο με τη βεβαιότητα ότι όλα προχωρούν όπως πρέπει.
Και κάπου βαθιά μέσα της, επιτέλους, απλώθηκε σιωπή.
