Σχεδόν κάθε μέρα, η Καλλιόπη Ζωγράφου έβρισκε έναν τρόπο να «βοηθήσει». Οι παρατηρήσεις της έρχονταν πάντα με χαμόγελο, μα έκρυβαν αιχμές.
— Με αυτόν τον υπεργολάβο καλύτερα να είσαι προσεκτική, της έλεγε. Του αρέσει να του χαϊδεύουν τον εγωισμό· αν του πας κόντρα, θα σου επιτεθεί.
— Αυτόν τον πελάτη άσ’ τον καλύτερα. Τον Φώτιο σεβόταν, σε σένα ακόμη δεν έχει εμπιστοσύνη.
— Το ενημερωτικό δελτίο εγώ θα το άλλαζα ριζικά. Αν θες, άφησέ το όπως είναι… στο τέλος όμως, πάλι στη δική μου εκδοχή θα καταλήξουμε.
Το να πει κανείς πως στη Δέσποινα Βασιλοπούλου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι θα ήταν ήπια διατύπωση.
Κι όμως, έκανε υπομονή.
Προς το παρόν.
Ένα βράδυ, όταν το γραφείο είχε σχεδόν αδειάσει και έμειναν μόνο οι δυο τους, η Καλλιόπη τη ρώτησε ξαφνικά, με τόνο δήθεν αδιάφορο:
— Είναι αλήθεια ότι η προαγωγή σου προέκυψε μετά από κατ’ ιδίαν συζήτηση με τον Διονύσιο Ζαχαριάδη;
Η Δέσποινα σήκωσε το βλέμμα από την οθόνη.
— Και πού το έμαθες αυτό;
— Ε, κάτι άκουσα. Κυκλοφορούν διάφορα.
— Οι φήμες είναι το καταφύγιο όσων δεν έχουν στοιχεία, απάντησε ψυχρά και επέστρεψε στα αρχεία.
— Μην παρεξηγείς, απλώς ρώτησα, είπε η Καλλιόπη με προσποιητή αθωότητα. Απλώς μου φάνηκε περίεργο που διάλεξαν εσένα. Υπήρχαν κι άλλοι υποψήφιοι.
— Κι όμως, εμένα επέλεξαν, είπε ήρεμα η Δέσποινα. Προφανώς υπήρχε λόγος.
Στα χείλη της Καλλιόπης σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο.
— Ίσως. Αλλά ξέρεις… εδώ μέσα δεν μετράνε πάντα μόνο τα νούμερα. Καμιά φορά παίζει ρόλο και η συμπάθεια.
Η Δέσποινα έκλεισε αργά το λάπτοπ.
— Αν θέλεις να πεις κάτι, Καλλιόπη, πες το καθαρά.
— Μα όχι, κούνησε τα χέρια της. Σκέψεις κάνω. Μην το παίρνεις προσωπικά.
Δεν απάντησε. Εκείνο το βράδυ κατάλαβε κάτι που μέχρι τότε μόνο διαισθανόταν: ο αγώνας στο σπίτι και ο αγώνας στη δουλειά είχαν την ίδια φύση. Απλώς άλλαζαν τα πρόσωπα.
Το Σαββατοκύριακο την κάλεσε η μητέρα της. Η δική της μητέρα, όχι οι συγγενείς του Απόστολου.
— Κορίτσι μου, χάθηκες, είπε με τη γνώριμη, ζεστή φωνή της. Σε πήρα τόσες φορές.
— Δουλεύω πολύ, μαμά. Νέα θέση, πολλές ευθύνες.
— Τουλάχιστον δεν βαριέσαι, γέλασε. Μόνο πρόσεχε να μη λιώνεις τον εαυτό σου. Και μην ακούς κανέναν που σου λέει ότι δεν μπορείς.
Η Δέσποινα άκουγε σιωπηλή, νιώθοντας τα μάτια της να υγραίνονται.
Πόσες φορές είχε απλώς ανάγκη να ακούσει: «Σε πιστεύω».
Από τον Απόστολο δεν το είχε ακούσει ποτέ. Από τη μητέρα της, ναι. Και αυτό, εκείνη τη στιγμή, ήταν αρκετό.
Μετά το τηλεφώνημα κάθισε στον καναπέ χωρίς να κινείται. Στο μυαλό της στριφογύριζαν δουλειά, πρόσωπα, και η σκέψη πόσο εύκολα καταρρέουν όλα όταν χαθεί η εμπιστοσύνη.
Και πόσο δύσκολο είναι να τη χτίσεις ξανά, όταν στέκεσαι μόνη.
Τη Δευτέρα, στη σύσκεψη, ξέσπασε η πρώτη ανοιχτή σύγκρουση.
Η Καλλιόπη τη διέκοψε στη μέση της παρουσίασης:
— Συγγνώμη, Δέσποινα, αλλά δεν έχεις λάβει υπόψη ότι ο διαφημιστικός προϋπολογισμός του τέταρτου τριμήνου έχει ήδη κατανεμηθεί. Αν αλλάξουμε κανάλι τώρα, θα ξεφύγουμε.
— Το έχω λάβει υπόψη, απάντησε ήρεμα. Ο προϋπολογισμός είχε υπολογιστεί λάθος. Τον επανυπολόγισα με βάση τα πραγματικά δεδομένα.
— Και ποιος το ενέκρινε αυτό; η φωνή της Καλλιόπης έγινε κοφτερή.
— Εγώ.
— Χωρίς συνεννόηση με το τμήμα;
— Ο επικεφαλής έχει το δικαίωμα να παίρνει αποφάσεις, είπε σταθερά η Δέσποινα. Αν υπάρχει ένσταση, τη συζητάμε μετά.
Στην αίθουσα απλώθηκε σιωπή.
Ο Διονύσιος Ζαχαριάδης χαμογέλασε ανεπαίσθητα — τόσο λίγο που μόνο η Δέσποινα το πρόσεξε.
Μετά τη σύσκεψη, δίπλα στο ασανσέρ, η Καλλιόπη πλησίασε:
— Θες να δείξεις πόσο σκληρή είσαι; Πρόσεχε, θα σε φάνε.
— Ας δοκιμάσουν, απάντησε κοιτώντας την στα μάτια. Έχω συνηθίσει.
Το ίδιο βράδυ έλαβε μήνυμα από τον Απόστολο Καραγιάννη.
«Δέσποινα, να συναντηθούμε. Τα κατάλαβα όλα. Δεν θέλω να τελειώσει έτσι.»
Άργησε να απαντήσει. Τελικά έγραψε:
«Θα δούμε. Δεν είναι η στιγμή.»
Η απάντηση ήρθε αμέσως.
«Άλλαξες. Έγινες ψυχρή.»
Κοίταξε τις λέξεις και σκέφτηκε πως ίσως είχε αλλάξει. Όχι όμως όπως το εννοούσε εκείνος. Δεν είχε παγώσει· είχε απλώς προσγειωθεί.
Η εβδομάδα κύλησε με φρενήρεις ρυθμούς. Στο τέλος του μήνα, το τμήμα σημείωσε εξαιρετικά αποτελέσματα: νέοι πελάτες, αυξημένος τζίρος, περισσότερα αιτήματα. Ο Διονύσιος Ζαχαριάδης τους επαίνεσε δημόσια.
— Πολύ καλή δουλειά. Ειδικά η Δέσποινα — φαίνεται πως κρατά γερά το τιμόνι.
Ευχαρίστησε, μα το χαμόγελό της ήταν σφιγμένο. Ήξερε πια ότι η επιτυχία έχει δύο όψεις. Μετά τον έπαινο, τα βλέμματα αλλάζουν.
Κάποιοι τη συνεχάρησαν ειλικρινά.
Άλλοι, με ειρωνικό μισό χαμόγελο.
Ένα βράδυ έμεινε μόνη στο γραφείο. Απόλυτη ησυχία, μόνο ο φωτισμός της οθόνης και οι θόρυβοι της πόλης απ’ έξω.
Άνοιξε τα μηνύματα και έγραψε στη μητέρα της:
«Μαμά, τα καταφέρνω. Αλλά είναι δύσκολο.»
Η απάντηση ήρθε γρήγορα:
«Αν είναι δύσκολο, τότε προχωράς σωστά.»
Χαμογέλασε. Και συνειδητοποίησε πως, για πρώτη φορά μετά από καιρό, η δυσκολία δεν της προκαλούσε φόβο.
Την επόμενη μέρα, όμως, όλα άλλαξαν απότομα.
Μπαίνοντας στο γραφείο, η Καλλιόπη της έδωσε έναν φάκελο.
— Τα έγγραφα του υπεργολάβου. Χρειάζονται υπογραφή.
— Να τα δω πρώτα.
Η Δέσποινα τα ξεφύλλισε και αμέσως κάτι δεν της κόλλησε. Τα ποσά δεν ταίριαζαν. Σύμφωνα με το παλιό συμβόλαιο, ήταν χαμηλότερα. Εδώ υπήρχε διαφορά σαράντα χιλιάδων.
— Τι είναι αυτό;
— Νέος τιμοκατάλογος, απάντησε ήρεμα η Καλλιόπη. Αύξησαν τις τιμές.
— Και γιατί;
— Πληθωρισμός. Όλα ακριβαίνουν.
Η Δέσποινα σήκωσε το βλέμμα.
— Θα τους καλέσω εγώ.
— Όπως θες, είπε αδιάφορα. Μόνο μην εκπλαγείς αν χρειαστεί να ζητήσεις συγγνώμη.
Σε δεκαπέντε λεπτά είχε ήδη μιλήσει με την εταιρεία.
Και έμαθε ότι δεν υπήρχε καμία νέα τιμολογιακή πολιτική.
Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα σηκώθηκε και είπε χαμηλόφωνα:
— Τώρα αρχίζει στ’ αλήθεια.
Το βράδυ γύρισε σπίτι πιο αργά από ποτέ. Στο τραπέζι ένα μισοτελειωμένο τσάι. Στο κινητό, νέο μήνυμα από τον Απόστολο:
«Μου λείπεις. Θέλω να μιλήσουμε. Ξέρω ότι έκανα λάθος.»
Δεν απάντησε. Έσβησε το τηλέφωνο.
Το πρωί της Δευτέρας ξεκίνησε με σύσκεψη, και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει.
