«Θα της χώσω τα χαρτιά το βράδυ, όταν θα έχει γυρίσει εξαντλημένη από τον ισολογισμό» — είπε ο Μιχαήλ ψυχρά, ενώ η Δανάη πάγωσε πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα

Μια απαίσια σιωπή έσπασε την ψευδαίσθηση εμπιστοσύνης.
Ιστορίες

Η Κυριακή Ρούσσου κατάλαβε πως το παιχνίδι είχε τελειώσει. Το έβλεπες στο βλέμμα της, σε εκείνη τη στιγμή που η αλαζονεία υποχώρησε και τη θέση της πήρε ο πανικός.

— Δεν πειράζει! Θα βρούμε κάπου να μείνουμε! — πέταξε απότομα, προσπαθώντας να σώσει ό,τι απέμενε από την αξιοπρέπειά της. — Μην ταπεινώνεσαι μπροστά σ’ αυτήν…

Δεν ολοκλήρωσε τη φράση. Με μια απότομη κίνηση όρμησε στο σαλόνι και άρχισε να αρπάζει τις εικόνες από τα ράφια, πετώντας τες νευρικά μέσα σε πλαστικές σακούλες.

— Να μη στεριώσεις σ’ αυτό το σπίτι! — ούρλιαζε, διασχίζοντας τον διάδρομο πάνω-κάτω. — Να πνιγείς μέσα στα τετραγωνικά σου! Θα μείνεις μόνη, αζήτητη! Ποιος σε θέλει χωρίς άντρα; Εγωίστρια!

Η Δανάη Αντωνιάδου στεκόταν στο άνοιγμα της κρεβατοκάμαρας με τα χέρια σφιχτά σταυρωμένα. Δεν είπε λέξη. Παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή κατάρρευσης σαν θεατής σε ξένο έργο. Πονούσε. Πονούσε αφόρητα. Δεν διαλυόταν απλώς ένας γάμος — γκρεμιζόταν η πίστη της στους ανθρώπους. Ο άντρας που είχε αγαπήσει είχε αποδειχθεί άβουλος, πρόθυμος να συντρίψει τη ζωή της με ένα νεύμα της μητέρας του.

Κι όμως, μέσα σ’ εκείνο το σκοτάδι, αναδυόταν κάτι απρόσμενο. Ανακούφιση. Βαθιά, λυτρωτική ανακούφιση. Σαν να κουβαλούσε χρόνια ένα σακί με σαπισμένες πατάτες και, επιτέλους, το άφησε να πέσει από την πλάτη της.

— Και η προκαταβολή; — ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του Μιχαήλ Μεταξά. Στάθηκε στο κατώφλι με τη βαλίτσα στο χέρι. Ήταν αξιολύπητος. Με φθαρμένες φόρμες και μάτια που δεν έβρισκαν σταθερό σημείο. — Μαμά, πήραμε προκαταβολή… Τριακόσιες χιλιάδες. Πρέπει να τα επιστρέψουμε.

— Από αυτήν να τα ζητήσεις! — απάντησε κοφτά η Κυριακή Ρούσσου, δείχνοντας τη Δανάη. — Αυτή τα χάλασε όλα! Αυτή να πληρώσει!

Ο Μιχαήλ γύρισε προς τη γυναίκα του με μια ελπίδα σχεδόν παιδική.

— Δανάη… αλήθεια τώρα… Θα μας καταστρέψουν. Μήπως μπορείς να δανείσεις; Έστω εκατό χιλιάδες; Έχεις λίγες οικονομίες… Θα σου γράψουμε χαρτί!

Εκείνη τον κοίταξε σαν να μην υπήρχε. Σαν να μιλούσε κενό.

— Τα κλειδιά, — είπε απλά, απλώνοντας το χέρι.

Ο Μιχαήλ δίστασε.

— Τα κλειδιά! — φώναξε ξανά, τόσο δυνατά που τα τζάμια της βιτρίνας έτριξαν.

Τινάχτηκε. Έβγαλε τη δέσμη από την τσέπη και την πέταξε στο έπιπλο.

— Θα το μετανιώσεις, — μουρμούρισε. — Ήμουν ό,τι καλύτερο είχες.

— Ήσουν το μεγαλύτερό μου λάθος, — απάντησε ήρεμα. — Και ευτυχώς το διόρθωσα τώρα, όχι όταν θα κατέληγα άστεγη.

Άνοιξε την εξώπορτα.

— Αντίο σας. Και να θυμάστε: αν δεχτώ έστω μία κλήση ή μήνυμα, καταθέτω μήνυση για απόπειρα απάτης.

Η Κυριακή Ρούσσου βγήκε στο κλιμακοστάσιο με το κεφάλι ψηλά, όμως τα χέρια της έτρεμαν κάτω από το βάρος των σακουλών. Ο Μιχαήλ την ακολούθησε σκυφτός, συντετριμμένος.

Η πόρτα έκλεισε. Η Δανάη γύρισε το κλειδί δύο φορές. Κλικ. Κλικ.

Σιωπή.

Ακούμπησε το μέτωπό της στο παγωμένο ξύλο. Τα δάκρυα που κρατούσε μέσα της ξέσπασαν ανεξέλεγκτα. Γλίστρησε στο πάτωμα και έκλαψε με λυγμούς, θρηνώντας τα τρία χρόνια της ζωής της, την αγάπη που επένδυσε, τα όνειρα μιας ήρεμης κοινής ζωής που δεν θα υπάρξει ποτέ.

Τότε το κινητό δόνησε στην τσέπη της. Με θολή όραση το άνοιξε. Μήνυμα από την τράπεζα:
«Αγαπητή πελάτισσα, σας ενημερώνουμε ότι σήμερα υπήρξε αίτημα ελέγχου της πιστοληπτικής σας ικανότητας από την εταιρεία “ΓρήγοροΔάνειο Α.Ε.”».

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Σκούπισε τα δάκρυα με το μανίκι και μπήκε στην εφαρμογή των κρατικών υπηρεσιών.

Στις πρόσφατες ενέργειες αναγραφόταν: «Παροχή συναίνεσης για έλεγχο πιστωτικού ιστορικού». Ώρα: 03:00 π.μ.

Ο Μιχαήλ. Όσο εκείνη κοιμόταν, δεν ετοίμαζε μόνο χαρτιά πώλησης. Προσπαθούσε να φορτώσει ένα δάνειο στο όνομά της, για να καλύψει τις τρύπες ώσπου να «πουληθεί» το σπίτι.

Η οργή επέστρεψε αστραπιαία, στεγνώνοντας τα δάκρυα.

Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και γέμισε ένα ποτήρι νερό. Τα χέρια της ήταν πια σταθερά.

Άνοιξε το λάπτοπ. Πρώτα άλλαξε όλους τους κωδικούς: τράπεζες, υπηρεσίες, τα πάντα. Έπειτα υπέβαλε ηλεκτρονικά καταγγελία στην αστυνομία. Τέλος, κανόνισε άμεση αλλαγή κλειδαριών.

Κοίταξε έξω. Η βροχή έπεφτε δυνατά, ξεπλένοντας τους δρόμους.

— Θα τα καταφέρω, — είπε δυνατά στο άδειο διαμέρισμα. Στο δικό της διαμέρισμα. — Εγώ θα σταθώ όρθια. Εσείς όμως…

Σκέφτηκε τον Μιχαήλ να ψάχνει δικαιολογίες μπροστά στους «αγοραστές» και την Κυριακή Ρούσσου να τρέμει απέναντι σε πιστωτές.

— Πήρατε ακριβώς αυτό που σας άξιζε.

Ήπιε μια γουλιά νερό. Ήταν δροσερό, καθαρό. Όπως και η καινούρια ζωή της που ξεκινούσε τώρα. Χωρίς παράσιτα. Χωρίς ψέματα. Και χωρίς πεθερά.

Το βράδυ θα παραγγείλει πίτσα. Με ακριβό τυρί. Και θα τη φάει μόνη της, απολαμβάνοντας κάθε μπουκιά ελευθερίας.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής