Ο Μιχαήλ Μεταξάς άσπρισε. Δεν είχε φανταστεί ούτε στιγμή ότι θα διάβαζε προσεκτικά το έγγραφο.
— Πού το είδες αυτό; — έσκυψε απότομα πάνω στο χαρτί. — Α, εδώ λες… Μα αυτό είναι τυπικό! Ένα γενικό υπόδειγμα είναι. Τα γράφουν όλα μέσα, για να μη χρειάζεται να τρέχουμε κάθε λίγο και λιγάκι. Αν χρειαστεί καμιά βεβαίωση από το Κτηματολόγιο ή κάποιο απόσπασμα, ξέρεις… καθαρά διαδικαστικό. Μην το κάνεις θέμα, Δανάη.
— Διαδικαστικό; — η Δανάη άφησε αργά το στυλό στο τραπέζι. — Δηλαδή η δυνατότητα να πουλήσει κάποιος το σπίτι μου θεωρείται λεπτομέρεια;
— Ποιος μίλησε για πώληση;! — η φωνή του έσπασε και ανέβηκε απότομα. — Τι είναι αυτά που λες; Δεν με εμπιστεύεσαι; Είμαι ο άντρας σου! Ό,τι κάνω, το κάνω για εμάς! Χρειαζόμαστε την επιστροφή φόρου, τα χρήματα δεν περισσεύουν!
Στο κατώφλι της κρεβατοκάμαρας φάνηκε η Κυριακή Ρούσσου. Στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και κάρφωσε τη νύφη της με βλέμμα βαρύ, ακίνητο. Η επίπλαστη καλοσύνη είχε εξαφανιστεί.
— Τι είναι αυτά τα καπρίτσια, Δανάη; — βρόντηξε. — Ο Μιχαήλ τρέχει, μαζεύει χαρτιά, προσπαθεί, κι εσύ στραβώνεις; Υπόγραψε και μην μας ανεβάζεις την πίεση. Από τα νεύρα σου ανεβοκατεβαίνει και η δική μου.
— Ανεβαίνει η πίεσή σας, κυρία Ρούσσου; — η Δανάη σηκώθηκε όρθια. Ο φόβος είχε χαθεί· στη θέση του υπήρχε μια παγωμένη, κοφτερή οργή. — Μην ανησυχείτε. Θα σας τη ρίξω αμέσως.
Προχώρησε προς την ντουλάπα, την άνοιξε και έβγαλε το μικρό κουτί όπου φύλαγε τα συμβόλαια του διαμερίσματος.
— Τι πας να κάνεις; — ρώτησε ανήσυχος ο Μιχαήλ.
— Να ελέγξω, — απάντησε κοφτά. — Μιχαήλ, ξέρεις τι λέει το άρθρο περί απάτης στον Ποινικό Κώδικα; Όταν μάλιστα γίνεται από περισσότερα από ένα άτομα, κατόπιν συνεννόησης.
— Παραλογίζεσαι, — σφύριξε η πεθερά, μπαίνοντας πιο μέσα στο δωμάτιο. — Ποια απάτη; Είμαστε οικογένεια! Το καλό σου θέλαμε!
— Το καλό ποιανού; Των ανθρώπων που σας κυνηγούν για τα χρέη; — η Δανάη γύρισε απότομα, κρατώντας σφιχτά τα έγγραφα.
Η σιωπή έπεσε βαριά. Τόσο πυκνή που έμοιαζε να πνίγει τον αέρα. Στο πρόσωπο της Κυριακής άρχισαν να ξεχωρίζουν κόκκινες κηλίδες. Ο Μιχαήλ κατέβασε το κεφάλι, σαν παιδί που πιάστηκε στα πράσα.
— Δηλαδή… άκουγες; — ψιθύρισε.
— Άκουσα όσα χρειαζόταν, — απάντησε σταθερά. — Άκουσα για την προκαταβολή. Άκουσα ότι “δεν θα πάω πουθενά”. Άκουσα πως το σπίτι μου θα καλύψει τα χρέη της μητέρας σου.
— Δανάη, άκουσέ με! — όρμησε προς το μέρος της, προσπαθώντας να την αγκαλιάσει. — Δεν είναι έτσι! Η μαμά μπλέχτηκε άσχημα. Την κορόιδεψαν, έβαλε χρήματα σε έναν συνεταιρισμό και χάθηκαν. Οι τόκοι τρέχουν, οι εισπρακτικές απειλούν… Θέλαμε προσωρινά να πουλήσουμε το δικό σου, να κλείσουμε την τρύπα και μετά… μετά θα παίρναμε δάνειο! Όλοι μαζί! Ένα μεγάλο σπίτι!
— Προσωρινά να πουλήσετε το δικό μου σπίτι; — η Δανάη γέλασε, κι αυτό το γέλιο ήταν ανατριχιαστικό. — Ακούς τι λες; Σχεδίαζες να με αφήσεις στον δρόμο για να σώσεις τη μητέρα σου από τα λάθη της; Κι εμένα με ρώτησες;
— Και τι να σε ρωτήσουμε;! — ξέσπασε η Κυριακή, χάνοντας κάθε έλεγχο. — Νέα είσαι, θα ξαναφτιάξεις τη ζωή σου! Εγώ είμαι μεγάλη, για τα χρέη αυτά μπορεί να με σκοτώσουν! Υποχρεούσαι να βοηθήσεις την οικογένεια! Μπήκες στο σόι μας, άρα θα μοιράζεσαι και τα καλά και τα άσχημα! Το σπίτι σου από τη γιαγιά το πήρες, τζάμπα! Δεν το μάτωσες! Μπορείς να το θυσιάσεις για τους δικούς σου!
Να λοιπόν. Η αλήθεια. Το πραγματικό πρόσωπο. Η ζήλια, βαριά και σκοτεινή, κολλημένη πάνω τους. Για εκείνους, η κληρονομιά της ήταν «δώρο», κάτι που δικαιούνταν να αρπάξουν.
— Έξω, — είπε χαμηλόφωνα η Δανάη.
— Τι είπες; — η Κυριακή λαχάνιασε από αγανάκτηση.
— Έξω από το σπίτι μου. Και οι δύο. Τώρα.
— Δεν μπορείς να μας πετάξεις έξω! — τσίριξε ο Μιχαήλ. — Μένω εδώ! Είναι και δικό μου…
— Τίποτα εδώ δεν σου ανήκει, — τον έκοψε. — Ούτε καν δηλωμένος δεν είσαι. Είσαι γραμμένος στο σπίτι της μητέρας σου, σε εκείνο που μάλλον έχετε ήδη υποθηκεύσει ή ξεπουλήσει, γι’ αυτό βάλατε στο μάτι το δικό μου. Μαζέψτε τα πράγματά σας. Έχετε μία ώρα. Αν δεν έχετε φύγει, καλώ την αστυνομία. Και να είσαι σίγουρος, Μιχαήλ, ότι η κουβέντα σας στην κουζίνα έχει καταγραφεί. Άνοιξα το κινητό μόλις άκουσα τις πρώτες λέξεις.
Ήταν ψέμα. Δεν είχε γράψει τίποτα. Όμως το μπλόφαρε άψογα. Ο Μιχαήλ χλώμιασε τρομοκρατημένος.
— Ηχογράφησες τη μάνα μου; — ψέλλισε. — Εσύ… εσύ είσαι τέρας!
— Μάζευε τα πράγματά σου, ανόητε! — ούρλιαξε πάνω του η Κυριακή Ρούσσου, κι η φωνή της αντήχησε απειλητικά στο διαμέρισμα, προμηνύοντας την καταιγίδα που θα ακολουθούσε.
