— Δεν πρόκειται να της περάσει καν από το μυαλό, μαμά, ηρέμησε. Θα της χώσω τα χαρτιά το βράδυ, όταν θα έχει γυρίσει εξαντλημένη από τον ισολογισμό. Θα της πω πως είναι έντυπα για επιστροφή φόρου. Ούτε που θα τα ξεφυλλίσει· θα βάλει υπογραφή εκεί που έχουν σημειωθεί τα κουτάκια.
Η Δανάη Αντωνιάδου ακινητοποιήθηκε πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να σταμάτησε η καρδιά της και αμέσως μετά να σκαρφάλωσε στον λαιμό της, κόβοντάς της την ανάσα. Η φωνή που άκουγε —ήρεμη, καθησυχαστική, με μια ψεύτικη χροιά μεταμέλειας— ανήκε στον σύζυγό της, τον Μιχαήλ Μεταξά. Στον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόταν κρεβάτι, πρωινά και όνειρα για το αύριο εδώ και τρία χρόνια.
— Είσαι σίγουρος, παιδί μου; — η φωνή της πεθεράς της, της Κυριακής Ρούσσου, ήταν αγνώριστη. Είχε εξαφανιστεί εκείνη η γλυκερή ευγένεια με την οποία συνήθιζε να περιβάλλει τη νύφη της στις επισκέψεις. Τώρα ακουγόταν σκληρή, ψυχρή, υπολογιστική, σαν μηχανή ταμείου. — Το διαμέρισμα στο κέντρο δεν θα περιμένει για πάντα. Ο αγοραστής έχει ήδη δώσει προκαταβολή. Αν η Δανάη κάνει πίσω, θα χρειαστεί να επιστρέψουμε τα διπλά. Τέτοια χρήματα δεν τα έχω, το ξέρεις.
— Δεν θα κάνει πίσω, — απάντησε κοφτά ο Μιχαήλ, και η Δανάη άκουσε το μεταλλικό χτύπημα από το καπάκι της τσαγιέρας. — Με εμπιστεύεται. Νομίζει πως απλώς μεγαλώνουμε τον χώρο μας. Και μέχρι να καταλάβει ότι το σπίτι πουλήθηκε και τα λεφτά πήγαν για να κλείσουν το δικό σου… τέλος πάντων, εκείνο το ζήτημα… θα είναι αργά. Θα κλάψει λίγο και μετά θα το πάρει απόφαση. Πού να πάει; Οικογένεια είμαστε.
Η Δανάη έκανε ένα βήμα πίσω, βυθιζόμενη στον σκοτεινό διάδρομο. Τα πόδια της έτρεμαν, σαν να είχαν χάσει τη στήριξή τους. Στο μυαλό της επαναλαμβανόταν μόνο μία φράση: «Πού να πάει;».

«Εκείνο το ζήτημα»; Ποιο ζήτημα; Και από πότε το διαμέρισμα που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της —το μοναδικό της καταφύγιο, ο προσωπικός της χώρος που προστάτευε με νύχια και με δόντια— είχε μετατραπεί σε χαρτί σε ένα μυστικό παζάρι ανάμεσα στον άντρα της και τη μητέρα του;
Όταν είχαν παντρευτεί, τρία χρόνια πριν, η Κυριακή Ρούσσου της φαινόταν υπόδειγμα πεθεράς. Δεν ανακατευόταν, δεν εμφανιζόταν απρόσκλητη, και πάντα έστελνε με τον Μιχαήλ σπιτικές πίτες. «Τυχερή είμαι», σκεφτόταν τότε η Δανάη, ακούγοντας φίλες να διηγούνται ιστορίες τρόμου με πεθερές που έλεγχαν τη σκόνη στα ράφια. Εκείνη είχε μια χαμογελαστή, στρουμπουλή γυναίκα με καλοσυνάτα μάτια.
Τα πρώτα καμπανάκια άρχισαν να χτυπούν πριν από έξι μήνες. Στην αρχή, η Κυριακή άρχισε να παραπονιέται για την υγεία της. «Η καρδιά μου κάνει τα δικά της, η πίεση ανεβοκατεβαίνει, φοβάμαι να μένω μόνη στο δυάρι». Ο Μιχαήλ δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά· της πρότεινε να μείνει μαζί τους. «Προσωρινά, Δανάη μου, μέχρι να την δουν οι γιατροί». Εκείνη συμφώνησε. Πώς να αρνηθείς σε έναν άρρωστο άνθρωπο;
Το «προσωρινά» όμως τράβηξε σε μάκρος. Η Κυριακή εγκαταστάθηκε στο σαλόνι. Τα πράγματά της —κουτιά με φάρμακα, πλεκτά σεμεδάκια, εικόνες, παλιά άλμπουμ— απλώθηκαν παντού, σαν υγρασία στους τοίχους. Μα το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Ήταν η αλλαγή στην ατμόσφαιρα του σπιτιού.
— Δανάη μου, πάλι αυτό το ακριβό τυρί αγόρασες; — αναστέναζε η πεθερά της, ξεφορτώνοντας τις σακούλες. — Γιατί τέτοια σπατάλη; Στο σούπερ μάρκετ έχει προσφορά το απλό, στη μισή τιμή. Δεν ξέρεις να κάνεις οικονομία, καλή μου. Ο Μιχαήλ δουλεύει μέχρι εξάντλησης κι εσύ αφήνεις τα λεφτά να φεύγουν.
Η Δανάη δεν απαντούσε. Τα δικά της έσοδα της επέτρεπαν να αγοράζει ό,τι ήθελε. Όμως το να καβγαδίζει με μια «άρρωστη» γυναίκα της φαινόταν μικρόψυχο.
Και ο Μιχαήλ, που παλιότερα την υπερασπιζόταν, άρχισε ξαφνικά να συμφωνεί με τη μητέρα του.
— Δανάη, έχει δίκιο η μαμά. Πρέπει να κάνουμε στην άκρη. Δεν ονειρευόμασταν ένα σπίτι; Το θυμάσαι; Μεγάλο, δικό μας, με κήπο.
Το όνειρο ήταν κοινό. Όμως τώρα, ακίνητη στον σκοτεινό διάδρομο και ακούγοντας τους ψιθύρους τους, η Δανάη καταλάβαινε πως το όνειρο δεν ήταν παρά δόλωμα. Ένα αγκίστρι για να πιαστεί η εμπιστοσύνη της.
— Κι αν πάει σε δικηγόρο; — ξαναρώτησε η Κυριακή. — Έχει εκείνη τη φίλη, την Ηλέκτρα Αθανασίου, που ασχολείται με νομικά.
— Μαμά, τι λες τώρα; — ο Μιχαήλ γέλασε χαμηλόφωνα. — Υπάρχει γενική πληρεξουσιότητα. Σου είπα, θα τη βάλω μέσα στα χαρτιά με τις φορολογικές δηλώσεις. Θα υπογράψει την «γενική» για τη διαχείριση της περιουσίας. Κι αυτό ήταν. Τη συναλλαγή θα την κάνω εγώ. Δεν χρειάζεται καν να εμφανιστεί. Και τότε…
