Ένα βράδυ, χωρίς ιδιαίτερη ένταση, η Δήμητρα Καρανικόλαου ζήτησε χρήματα για να αγοράσει ένα καινούριο φόρεμα. Ο Ανδρέας Ανδρέου κούνησε αρνητικά το κεφάλι και της είπε ήρεμα πως ίσως τον επόμενο μήνα, αν περίσσευε κάτι. Εκείνη αποσύρθηκε στο δωμάτιό της αμίλητη, χωρίς παράπονα ή σκηνές. Η Καλλιόπη Βλάχου, που παρακολουθούσε τη σκηνή από μισάνοιχτη πόρτα, ένιωσε για πρώτη φορά εδώ και καιρό μια εσωτερική ανακούφιση, σαν να είχε λυθεί ένας κόμπος που την έσφιγγε χρόνια.
Λίγες μέρες αργότερα, ο Ανδρέας προσπάθησε να επαναφέρει τα πράγματα όπως πριν.
— Καλλιόπη, σκέφτηκα… μήπως να γυρίσουμε στο κοινό ταμείο; Είμαστε οικογένεια, δεν χρειάζονται τόσοι υπολογισμοί.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα από τα τετράδιά της.
— Όχι.
— Και γιατί όχι;
— Γιατί αυτή η ιδέα σου ήρθε τώρα. Τη στιγμή που κατάλαβες πόσο κοστίζει να συντηρείς τη μητέρα σου. Δεν είναι θέμα αγάπης, Ανδρέα. Είναι συμφέρον.
Τα χείλη του σφίχτηκαν και ο τόνος του σκλήρυνε.
— Τότε πες μου ευθέως. Εσύ πόσα βγάζεις; Μήπως απλώς σου είναι εύκολο και δεν θέλεις να μοιράζεσαι;
Η Καλλιόπη έκλεισε το τετράδιο προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά. Χαμογέλασε με έναν τρόπο που τον έκανε να παγώσει.
— Θες ειλικρίνεια; Πριν από έναν μήνα με όρισαν υποδιευθύντρια.
Ο Ανδρέας ανοιγόκλεισε τα μάτια.
— Υποδιευθύντρια; Δεν μου το είχες πει…
— Ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Να μαζέψω χρήματα και να κανονίσω ένα ταξίδι για τους δυο μας. Αλλά αφού μιλάμε ανοιχτά, ο μισθός μου είναι πια μεγαλύτερος από τον δικό σου. Και μάλιστα αρκετά.
Έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντάς τη σαν να του είχε αποκαλύψει κάτι αδιανόητο.
— Μεγαλύτερος;
— Ναι. Κι αυτό σημαίνει πως, αν μοιράζουμε τα έξοδα ανάλογα με τα έσοδα, εγώ θα καλύπτω λίγο περισσότερα για το σπίτι και τα ψώνια. Όμως η φροντίδα της μητέρας σου βαραίνει αποκλειστικά εσένα.
Σηκώθηκε, κράτησε τα τετράδια σφιχτά στο στήθος.
— Κουράστηκα να είμαι βολική, Ανδρέα. Να πληρώνω για να νιώθει εκείνη βασίλισσα κι εγώ υπηρέτρια με πορτοφόλι. Ο χωριστός προϋπολογισμός είναι εξαιρετική λύση. Ευχαριστώ που το σκέφτηκες.
Βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντάς τον μόνο, με το βλέμμα ανθρώπου που συνειδητοποιεί πως έχασε ένα παιχνίδι χωρίς να μάθει ποτέ τους κανόνες.
Πέρασε ένας μήνας. Η Δήμητρα συνέχισε τη δουλειά της, τα βράδια έκανε μασάζ στα πόδια της και δεν ανέφερε ξανά μαθήματα ή ραφεία. Ο Ανδρέας άρχισε να μετράει τα έξοδα και να ρωτάει τιμές στα καταστήματα. Η Καλλιόπη, κάθε Τετάρτη, πήγαινε για κολύμπι χωρίς να αναρωτιέται αν της επιτρέπεται οικονομικά.
Ο χωριστός λογαριασμός παρέμεινε. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν δίκαιος.
Ένα απόγευμα, ο Ανδρέας την είδε να ετοιμάζει την τσάντα της για την πισίνα — ανάλαφρη, χαμογελαστή, διαφορετική. Πλησίασε και την αγκάλιασε από πίσω.
— Συγγνώμη.
Γύρισε και τον κοίταξε.
— Για ποιο πράγμα;
— Που δεν έβλεπα. Που δεν εκτιμούσα. Πίστευα ότι όλα ήταν δεδομένα.
Σιώπησε για λίγο και ύστερα έγνεψε καταφατικά.
— Εντάξει. Να θυμάσαι μόνο κάτι: αν θελήσεις να επιστρέψεις στο παλιό, εκείνη η γυναίκα δεν υπάρχει πια. Υπάρχει μόνο αυτή. Που δεν σωπαίνει.
Ένευσε. Την άφησε. Εκείνη έφυγε και αυτός έμεινε στον διάδρομο, ακούγοντας την πόρτα να κλείνει, σκεπτόμενος πως ίσως πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια είχε δει πραγματικά τη σύζυγό του.
Η Καλλιόπη περπατούσε στον φωτισμένο δρόμο και χαμογελούσε. Όχι από θρίαμβο. Από ελευθερία.
