— Δεν μπορώ να την εγκαταλείψω, κατέληξε χαμηλόφωνα. Είναι η μητέρα μου.
— Κανείς δεν σου ζητά να την αφήσεις, απάντησε ήρεμα η Καλλιόπη. Να τη συντηρείς, αν θέλεις. Είναι δική σου επιλογή.
— Μα τα χρήματα δεν φτάνουν! Το ξέρεις κι εσύ.
— Τότε περιορίστε τα έξοδα. Μαθήματα γιόγκα, αισθητικός, ραφείο… αυτά δεν είναι ανάγκες. Είναι πολυτέλειες.
Στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίστηκε η Δήμητρα Καρανικόλαου. Κρατούσε σφιχτά την τσάντα της, τα χείλη της λεπτά από θυμό.
— Δηλαδή να μετράω τα ευρώ σαν ζητιάνα; Να ζήσω έτσι;
— Μαμά, δεν αντέχω άλλο, είπε ο Ανδρέας Ανδρέου κουρασμένα. Ο μισθός μου είναι ενός μηχανικού, όχι μεγιστάνα.
— Παλιά άντεχες! φώναξε, και η φωνή της έσπασε. Παλιά υπήρχαν όλα! Αυτή φταίει, — έδειξε την Καλλιόπη, — εκείνη σου έβαλε ιδέες!
Η Καλλιόπη γύρισε προς το μέρος τους και ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας.
— Παλιά πλήρωνα εγώ. Από τα δικά μου χρήματα, που έβγαζα ξυπνώντας στις έξι το πρωί και γυρίζοντας σπίτι βράδυ. Και ο γιος σας ούτε καν ρώτησε πού χανόταν ο μισός δικός μου μισθός.
Ο Ανδρέας έσφιξε τα χέρια του στο τραπέζι. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο ξύλο.
Η Δήμητρα ίσιωσε την πλάτη, προσπαθώντας να ξαναφορέσει το ύφος αξιοπρέπειας.
— Πολύ καλά. Θα βρω δουλειά. Θα σας αποδείξω ότι δεν χρειάζομαι την ελεημοσύνη σας. Και όταν αρχίσω να βγάζω χρήματα, ούτε ένα ευρώ δεν θα πηγαίνει σε αυτό το σπίτι. Ούτε για τρόφιμα, ούτε για λογαριασμούς. Μόνο για μένα!
Η Καλλιόπη χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά· σταθερά.
— Σύμφωνοι. Μόνο που το διαμέρισμα είναι στο όνομά μου. Κληρονομιά από τη γιαγιά μου. Άρα, αν μιλάμε για απόλυτα ξεχωριστά οικονομικά, τότε το σωστό είναι να πληρώνεται και ενοίκιο. Στην τιμή της αγοράς.
Η Δήμητρα πάγωσε. Η τσάντα γλίστρησε από τα δάχτυλά της και έπεσε στο πάτωμα. Ο Ανδρέας σήκωσε το κεφάλι, στα μάτια του μια σύγχυση που άγγιζε τον φόβο.
— Μα… είναι το σπίτι μας…
— Δικό μου, τον διόρθωσε ήσυχα η Καλλιόπη. Κοίτα τα χαρτιά αν θέλεις. Δεν το ανέφερα ποτέ, γιατί πίστευα πως είμαστε οικογένεια. Αν όμως παίζουμε το παιχνίδι μέχρι τέλους, ας το κάνουμε έντιμα.
Η σιωπή κράτησε ώρα. Ύστερα ο Ανδρέας ψιθύρισε:
— Είμαι ηλίθιος, έτσι δεν είναι;
— Ναι.
Χαμογέλασε πικρά.
— Δεν είχα ιδέα πόσα πλήρωνες. Νόμιζα… μικροέξοδα. Ένα τσάι, ένα φόρεμα τον χρόνο.
— Δεν ήξερες, γιατί δεν ήθελες να ξέρεις. Σε βόλευε.
Την κοίταξε.
— Και τώρα;
— Τώρα αποφασίζεις εσύ. Ή η μητέρα σου θα χαμηλώσει απαιτήσεις ή θα συνεχίσεις να πνίγεσαι στα χρέη. Εγώ δεν είμαι πια δίχτυ ασφαλείας για τις ενοχές άλλων.
— Κι εμείς;
Η Καλλιόπη κοίταξε έξω, τα φώτα της Θεσσαλονίκης.
— Δεν ξέρω. Θα φανεί. Αν μάθεις να λες «όχι» στη μητέρα σου, ίσως υπάρχει ελπίδα.
Σηκώθηκε. Στην πόρτα γύρισε.
— Παρεμπιπτόντως, αύριο ξεκινάω κολυμβητήριο. Το ήθελα καιρό. Και δεν θα μετράω πια τα έξοδά μου με βάση τα δικά σου χρήματα.
Ο Ανδρέας την ακολούθησε με το βλέμμα και κατάλαβε πως η γυναίκα που πλήρωνε σιωπηλά επί πέντε χρόνια είχε χαθεί. Στη θέση της στεκόταν μια άλλη — εκείνη που δεν ζητά άδεια για να ζήσει.
Δύο εβδομάδες αργότερα, η Δήμητρα Καρανικόλαου έπιασε δουλειά ως πωλήτρια σε κατάστημα κουρτινών. Γύριζε τα βράδια κουρασμένη, με πονεμένα πόδια και φθαρμένα τακούνια, παραπονιόταν για την ορθοστασία. Όμως για γιόγκα και μασάζ δεν ξαναμίλησε.
Ο Ανδρέας έμαθε να λέει «μαμά, είναι ακριβό» και σιγά σιγά σταμάτησε να νιώθει προδότης, προετοιμάζοντας άθελά του το έδαφος για την επόμενη δοκιμασία.
