«Δεν πρόκειται να μαγειρέψω. Αν θέλετε, μπορώ να σας προσφέρω νερό» — απάντησε με ήρεμη φωνή

Το όχι της ήταν γενναίο και ανατρεπτικό.
Ιστορίες

Η Ευρυδίκη άνοιξε την πόρτα με την κρυφή ελπίδα πως θα αντίκριζε τον Μάριο Βασιλείου να στέκεται στο κατώφλι. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε μπροστά στη γειτόνισσα από το διπλανό διαμέρισμα, την Αφροδίτη Αλεξάνδρου, μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας με βλέμμα διαπεραστικό αλλά καλοπροαίρετο.

— Κορίτσι μου, είσαι καλά; — τη ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά. — Το Σάββατο είδα τον άντρα σου να φεύγει με βαλίτσα. Δεν τα βρήκατε;

Η Ευρυδίκη συγκράτησε την ταραχή της και χαμογέλασε ευγενικά.

— Όλα είναι εντάξει, κυρία Αφροδίτη. Ένα μικρό μπέρδεμα μόνο.

Η ηλικιωμένη σήκωσε ελαφρά το φρύδι.

— Με την πεθερά, σωστά; — είπε απροσδόκητα. Και πριν προλάβει η Ευρυδίκη να απαντήσει, συμπλήρωσε: — Είδα το αυτοκίνητό της παρκαρισμένο κάτω. Σας επισκέπτεται συχνά.

— Ναι… αρκετά συχνά, — παραδέχτηκε η Ευρυδίκη με έναν βαθύ αναστεναγμό.

— Και πάντα χωρίς προειδοποίηση; Για να μην προλάβεις να ετοιμαστείς; — συνέχισε η Αφροδίτη με τόνο κατανόησης. — Και μετά πιάνει την κριτική; Στο φαγητό, στο σπίτι, σε όλα;

Η Ευρυδίκη την κοίταξε αποσβολωμένη.

— Πώς το ξέρετε…;

— Τα έχω ζήσει κι εγώ, — χαμογέλασε η γειτόνισσα. — Η δική μου πεθερά ήταν ακριβώς έτσι. Τότε βέβαια ήταν άλλες εποχές. Τριάντα χρόνια έκανα υπομονή, μέχρι που ο Περικλής Γεωργιάδης… έφυγε από τη ζωή. Εσύ όμως καλά έκανες και έδειξες χαρακτήρα από νωρίς.

— Δηλαδή… κι εσάς ο άντρας σας έφευγε στη μητέρα του; — ρώτησε η Ευρυδίκη με μια αχνή ελπίδα.

— Και βέβαια! — γέλασε η Αφροδίτη. — Τρεις φορές συνολικά. Αλλά πάντα γύριζε. Πού να πάει; Το θέμα είναι να μη λυγίσεις. Τα όρια μπαίνουν στην αρχή· αλλιώς μετά είναι αργά.

Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω από τη γειτόνισσα, η Ευρυδίκη ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της. Δεν ήταν η μόνη που τόλμησε να αμφισβητήσει όσα θεωρούνταν «παράδοση».

Το βράδυ της Τρίτης, το κουδούνι χτύπησε ξανά. Αυτή τη φορά ήταν ο Μάριος. Το πρόσωπό του έδειχνε κουρασμένο, σχεδόν τσακισμένο.

— Ήρθα να πάρω μερικά πράγματα, — είπε μπαίνοντας. — Θα μείνω προσωρινά στη μητέρα μου.

— Μιλάς σοβαρά; — ψέλλισε η Ευρυδίκη. — Γιατί; Επειδή μια φορά δεν μαγείρεψα για τους συγγενείς σου;

— Δεν είναι αυτό το θέμα, — απάντησε εκείνος, ανοίγοντας τη ντουλάπα. — Προσέβαλες την οικογένειά μου. Η μητέρα μου λέει ότι δεν σέβεσαι τα έθιμά μας και ότι…

— Η μητέρα σου; — τον διέκοψε απότομα. — Είσαι ενήλικος, Μάριε. Δεν σκέφτεσαι μόνος σου; Δεν καταλαβαίνεις πως σε χειραγωγεί;

— Μην μιλάς έτσι για τη μάνα μου! — εξαγριώθηκε. — Πάντα το καλό μου ήθελε!

— Και το τηλεφώνημα στον διευθυντή μου; Αυτό ήταν για το καλό μου; — ρώτησε ήρεμα αλλά κοφτά η Ευρυδίκη.

Ο Μάριος πάγωσε.

— Ποιο τηλεφώνημα;

— Εκείνη τηλεφώνησε στο σχολείο. Είπε ψέματα για μένα. Ήθελε να χάσω τη δουλειά μου.

— Αποκλείεται… — μουρμούρισε. — Δεν θα το έκανε ποτέ…

— Ρώτησέ τη, — είπε η Ευρυδίκη σηκώνοντας τους ώμους. — Αν και αμφιβάλλω αν θα το παραδεχτεί.

Την ίδια στιγμή, το κουδούνι ήχησε ξανά. Η Ευρυδίκη άνοιξε και αντίκρισε έναν ψηλό, γκρίζο άντρα γύρω στα εξήντα.

— Καλησπέρα σας, — είπε ευγενικά. — Ψάχνω τον Μάριο Βασιλείου. Είναι εδώ;

— Μπαμπά; — ακούστηκε η φωνή του Μάριου από το δωμάτιο. — Τι κάνεις εσύ εδώ;

— Ήρθα να δω τι αναστάτωση έχει προκαλέσει πάλι η μητέρα σου, — απάντησε ήρεμα ο Θεόδωρος Μαυρίδης. — Μπορώ να περάσω;

Η Ευρυδίκη παραμέρισε. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον πατέρα του συζύγου της. Ήξερε μόνο πως οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν εκείνος ήταν παιδί και πως ο πατέρας ζούσε χρόνια μακριά.

— Θεόδωρος, — συστήθηκε δίνοντάς της το χέρι. — Συγγνώμη για την απροειδοποίητη επίσκεψη. Φαίνεται πως είναι οικογενειακό μας χούι.

Τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα και η Ευρυδίκη χαμογέλασε άθελά της.

— Πώς έμαθες τι γίνεται; — ρώτησε ο Μάριος σαστισμένος.

— Η Αγγελική Σταματιάδη με πήρε τηλέφωνο, — απάντησε. — Μου είπε ότι εδώ παίζεται οικογενειακό δράμα και ότι η μητέρα σου ετοιμάζεται να σε «σώσει» από την κακιά σύζυγο. Είπα να δω μόνος μου.

— Και ήρθες από άλλη πόλη; — απόρησε ο Μάριος.

— Έχω επιστρέψει εδώ και έναν χρόνο, — απάντησε ήρεμα. — Δουλεύω ως σύμβουλος σε κατασκευαστική εταιρεία. Δεν ήθελα να ανακατευτώ στη ζωή σου αν δεν με ζητούσες.

Κάθισαν στο σαλόνι.

— Ωραίο σπίτι, ζεστό, — σχολίασε ο Θεόδωρος. — Για πείτε τώρα, τι συνέβη;

Η Ευρυδίκη άρχισε να εξηγεί: τις απροειδοποίητες επισκέψεις, τις απαιτήσεις για φαγητό μέσα στη μέρα, την κριτική, την πίεση. Και πώς, την τελευταία φορά, απλώς δεν άντεξε άλλο.

— Τώρα εσύ, — είπε ο Θεόδωρος στον γιο του.

— Η μητέρα λέει πως η Ευρυδίκη δεν σέβεται την οικογένειά μας, — απάντησε ο Μάριος. — Ότι δεν είναι καλή νοικοκυρά. Και ότι αν δεν ζητήσει συγγνώμη, καλύτερα να χωρίσουμε.

Ο Θεόδωρος αναστέναξε βαριά.

— Και φυσικά πήρες το μέρος της, — είπε σταθερά. — Όπως πάντα.

— Τι να έκανα; — αντέδρασε ο Μάριος. — Μίλησε άσχημα στη μάνα μου!

— Δεν μίλησε άσχημα, — τον διόρθωσε ήρεμα ο πατέρας του. — Αρνήθηκε κάτι που θεωρούσε άδικο. Δεν είναι το ίδιο.

— Δεν σου φαίνεται παράξενο που η μητέρα σου τηλεφωνεί στη δουλειά της γυναίκας σου; — συνέχισε. — Που σε στρέφει εναντίον της και ζητά διαζύγιο επειδή δεν της σέρβιραν φαγητό μια φορά;

Ο Μάριος κατέβασε το βλέμμα.

— Κάνεις το ίδιο λάθος που έκανα κι εγώ, — είπε πιο μαλακά ο Θεόδωρος. — Υπάκουα πάντα στη μητέρα σου. Και ξέρεις πού κατέληξε αυτό; Στον χωρισμό μας και σε είκοσι χρόνια απόστασης.

— Μα εκείνη είπε ότι έφυγες για άλλη γυναίκα, — ψιθύρισε ο Μάριος.

Ο Θεόδωρος χαμογέλασε πικρά.

— Έφυγα γιατί δεν άντεχα άλλο τον έλεγχο και τους χειρισμούς. Η άλλη γυναίκα ήρθε πολύ αργότερα. Αλλά για την Ευδοκία Χατζηκωνσταντίνου ήταν πιο εύκολο να με παρουσιάσει προδότη, παρά να δει τα δικά της λάθη.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής