«Όπως τον εκβιάσατε με φορολογικές υποθέσεις; Έχω την επιστολή του. Τα έχει γράψει όλα. Θέλετε να τη στείλω στην αστυνομία μαζί με την ηχογράφηση αυτής της κλήσης;» — απάντησε η Δήμητρα ψύχραιμα και η άλλη πλευρά σιώπησε απότομα

Αξιοθαύμαστη και αλύγιστη, η αξιοπρέπειά της φωτίζει.
Ιστορίες

Πίσω της, στην κουζίνα, ο Αχιλλέας Χαραλάμπους ετοίμαζε το βραδινό, με τις κινήσεις του γνώριμες και ήρεμες. Στο δωμάτιό της, η Ευρυδίκη Σολομωνίδη ήταν σκυμμένη πάνω από τα τετράδιά της, παλεύοντας με τις ασκήσεις της ημέρας. Τίποτα το ασυνήθιστο· μια συνηθισμένη βραδιά, βουτηγμένη σε μια γλυκιά, σχεδόν θεραπευτική σιωπή.

Η Δήμητρα άφησε τη σκέψη της να γυρίσει πίσω, αναλογιζόμενη πόσο ριζικά είχαν μεταμορφωθεί όλα μέσα σε δύο χρόνια. Είχε καταλάβει πια ότι η εκδίκηση δεν φοράει τη μορφή φωνών ή συντριμμιών. Δεν είναι έκρηξη, ούτε καταστροφή. Είναι το να χτίζεις μια ζωή τόσο γεμάτη, ώστε εκείνος που σε πρόδωσε να αντικρίζει την ευτυχία σου από μακριά. Χωρίς να έχει θέση μέσα της. Παρά την ύπαρξή του, όχι εξαιτίας της.

Ο Στέφανος Καραμανλής είχε πάρει ό,τι του αναλογούσε. Το ίδιο και η Θεοδώρα Λάμπρου. Η Σελήνη Πανταζή είχε επιστρέψει από εκεί όπου εμφανίστηκε, σαν σκιά που διαλύεται στο φως. Κι η ίδια η Δήμητρα; Εκείνη απλώς συνέχισε να ζει.

Η μνήμη της στάθηκε για λίγο στον στενό διάδρομο του δικαστηρίου, δύο χρόνια πριν. Θυμήθηκε τον εαυτό της να κρατά σφιχτά έναν φάκελο με έγγραφα, ενώ η φωνή του αντηχούσε ακόμη στ’ αυτιά της: «Φύγε, φύγε. Εσύ θα πληρώνεις τώρα τα δάνεια». Τότε δεν απάντησε. Δεν ύψωσε τη φωνή της. Εκείνη η σιωπή, όμως, δεν ήταν ήττα. Ήταν η πρώτη πέτρα ενός καινούργιου δρόμου.

Ο πατέρας της της είχε μάθει τα πιο ουσιαστικά μαθήματα. Να μη χαρίζεις συγχώρεση σε όσους μετατρέπουν την καλοσύνη σε αδυναμία. Να μη σωπαίνεις όταν έχεις λόγο να μιλήσεις. Και, πάνω απ’ όλα, να μην εγκαταλείπεις όταν όλα δείχνουν χαμένα.

Κοίταξε το είδωλό της στο τζάμι. Η γυναίκα που είχε βγει από το δικαστικό μέγαρο εκείνη τη μέρα δεν υπήρχε πια. Στη θέση της στεκόταν κάποια άλλη: πιο δυνατή, πιο ελεύθερη, πιο ζωντανή.

Η φωνή του Αχιλλέα την κάλεσε να φάνε. Η Δήμητρα σηκώθηκε, έριξε μια τελευταία ματιά στο ποτάμι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Προς τους ανθρώπους της. Προς τη ζωή της. Προς όσα είχε δημιουργήσει μόνη της, μέσα από στάχτες και πόνο, αλλά χωρίς να αφήσει το μίσος να τη δηλητηριάσει.

Ο Στέφανος κάποτε πανηγύρισε για τη «νίκη» του στο δικαστήριο. Δύο μήνες αργότερα, όμως, συνειδητοποίησε ότι εκείνο το περιβόητο διαζύγιο τού είχε κοστίσει τα πάντα: την ελευθερία του, την περιουσία του, τη μητέρα του, την ερωμένη του, ακόμη και το μέλλον που νόμιζε πως του ανήκε.

Η Δήμητρα, αντίθετα, απλώς ζούσε. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερη, η πιο αθόρυβη νίκη απ’ όλες.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής