«Με αφορμή την επέτειό μας, ανακοινώνω ότι χωρίζουμε.» — ανακοίνωσε η Αναστασία ψυχρά και άφησε τη βέρα πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο

Απαραίτητη και τολμηρή πράξη αξιοπρέπειας
Ιστορίες

Η κραυγή της Ουρανίας Θεολόγου αντήχησε διαπεραστική, σχεδόν υστερική.
— Αναστασία! Πού είναι το φαγητό; Σου είχα δώσει λίστα!

Ο Σταύρος Ξενάκης μπήκε πίσω της. Μια ματιά στο τραπέζι αρκούσε· το πρόσωπό του κοκκίνισε, οι φλέβες στον λαιμό του φούσκωσαν.
— Έχεις χάσει κάθε ίχνος ντροπής; Ήρθαν άνθρωποι για την επέτειο κι εσύ άφησες το τραπέζι άδειο!

Η φωνή του γέμισε το σπίτι. Οι καλεσμένοι απέστρεψαν το βλέμμα — άλλοι κοίταξαν τα πιάτα, άλλοι τα κινητά τους, άλλοι το παράθυρο. Οπουδήποτε, αρκεί όχι σε αυτή τη σκηνή.
— Τι νομίζεις ότι κάνεις; Έχεις σώας τας φρένας;

Η Αναστασία Καραγιάννη δεν απάντησε αμέσως. Περίμενε. Ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι με ήρεμη κίνηση.
— Είναι η έκπληξή μου, είπε χαμηλόφωνα.

Η σιωπή έπεσε βαριά, σαν αυλαία που κλείνει απότομα.
— Με αφορμή την επέτειό μας, ανακοινώνω ότι χωρίζουμε.
Έβγαλε τη βέρα από το δάχτυλό της και την άφησε πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο. Ο μεταλλικός ήχος ακούστηκε εκκωφαντικός.
— Φεύγω. Σήμερα. Τώρα.

Ο Σταύρος άνοιξε το στόμα, το έκλεισε, το άνοιξε ξανά.
— Μπροστά σε κόσμο; Αυτό διάλεξες; Να μας διασύρεις;

— Όχι. Διάλεξα την αλήθεια.
Πήρε τη βαλίτσα που είχε ετοιμάσει από πριν.
— Επτά μήνες ήμουν η υπηρέτριά σας. Μαγείρευα, καθάριζα, έπλενα, από τα χαράματα ως τα μεσάνυχτα. Ούτε μία φορά δεν ρώτησες αν αντέχω. Ούτε μία δεν βοήθησες. Σε βόλευα. Και τους δυο σας.

Η Ξανθή Γεωργιάδη έβηξε αμήχανα, κρύβοντας το χαμόγελο στο χέρι της. Η Καλλιόπη Ανδρέου έγνεψε ανεπαίσθητα, σχεδόν με σεβασμό.
— Κορίτσι μου, περίμενε… θα τα συζητήσουμε, είπε η Ουρανία Θεολόγου, απλώνοντας τα περιποιημένα της χέρια. — Είσαι κουρασμένη, το καταλαβαίνω. Θα πάρουμε βοήθεια, έτσι δεν είναι, Σταύρο;

— Είναι αργά.
Η Αναστασία κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Ο Σταύρος όρμησε και την άρπαξε από τον αγκώνα.
— Δεν γίνεται να φύγεις έτσι!

— Γίνεται.
Ξεγλίστρησε από το κράτημά του και άνοιξε την πόρτα. Πίσω της άκουσε τη φωνή του στο τηλέφωνο, πανικόβλητη:
— Ναι, από εστιατόριο… επείγον. Παράδοση για οκτώ άτομα, αμέσως! Θα πληρώσω ό,τι χρειαστεί!

Έκλεισε πίσω της. Στο πλατύσκαλο έστειλε μήνυμα στη Σελήνη Ελευθερίου: «Μπορώ να έρθω σε σένα;»
Η απάντηση ήρθε αμέσως: «Έλα, χαζή. Ήταν καιρός».

Έμεινε μία εβδομάδα εκεί. Κοιμόταν σε ράντζο, πήγαινε στη δουλειά, γύριζε και κοιτούσε απλώς έξω από το παράθυρο. Η Σελήνη δεν την πίεσε με ερωτήσεις.

Ο Σταύρος τηλεφωνούσε τρεις μέρες. Πρώτα φώναζε και απαιτούσε να επιστρέψει. Μετά ικέτευε, υποσχόταν αλλαγές. Η Αναστασία άκουγε σιωπηλή και έκλεινε. Την τέταρτη μέρα ήρθε μήνυμα: «Η μάνα μου έπεσε στο κρεβάτι. Είναι άσχημα. Είσαι ικανοποιημένη;»

Τον μπλόκαρε.

Λίγο αργότερα, έγραψε η Καλλιόπη Ανδρέου: «Συγγνώμη για την ενόχληση. Καλά κάνατε. Τριάντα χρόνια έζησα με τέτοια πεθερά. Δεν τόλμησα να φύγω».
Μετά η Ξανθή. Μετά κι άλλοι. Όλοι έστελναν λόγια που, με τον τρόπο τους, επιβεβαίωναν ότι είχε πράξει σωστά.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής