Εκείνα ακριβώς τα χρήματα που φύλαγε μήνες ολόκληρους για να αγοράσει ένα παλτό. Τα τελευταία της ευρώ.
Η Ουρανία Θεολόγου εμφανίστηκε για πρωινό τυλιγμένη σε μεταξωτή ρόμπα. Μόλις είδε την Αναστασία περιποιημένη και ντυμένη, τα χείλη της σφίχτηκαν με δυσφορία.
— Τι είσαι έτσι στολισμένη; Όλη μέρα στην κουζίνα θα είσαι σήμερα. Άλλαξε.
— Έχω κανονίσει κάτι, — απάντησε ήρεμα η Αναστασία και της έδωσε τον φάκελο. — Είναι για εσάς. Δώρο για την επέτειο.
Η πεθερά άνοιξε τον φάκελο βιαστικά. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
— Σπα; Αχ, Αναστασία μου, τι ωραία ιδέα! Αλλά σήμερα αποκλείεται. Πρέπει να επιβλέπω το τραπέζι, έρχονται καλεσμένοι…
Η Αναστασία κάθισε απέναντί της, χωρίς να κατεβάσει το βλέμμα.
— Ουρανία Θεολόγου, δεν θα θέλατε η Ξανθή Γεωργιάδη να σας δει λαμπερή; Φανταστείτε τα σχόλια, τις ερωτήσεις, τη ζήλια. Όλοι θα αναρωτιούνται πού μεταμορφωθήκατε έτσι. Για το τραπέζι, μην ανησυχείτε. Θα το φροντίσω εγώ.
Ακολούθησε σιωπή. Τα δάχτυλα της Ουρανίας χάιδευαν αργά τον φάκελο. Η ματαιοδοξία νίκησε.
— Ε… ίσως έχεις δίκιο. Η Ξανθή όλο καμαρώνει για τον αισθητικό της. Ο Σταύρος θα με πάει;
— Φυσικά, — είπε η Αναστασία και φώναξε τον άντρα της.
Ο Σταύρος Ξενάκης βγήκε από το δωμάτιο μισοκοιμισμένος και κακόκεφος. Άκουσε βιαστικά, γκρίνιαξε κάτι ακατάληπτο και συμφώνησε. Σε λιγότερο από μισή ώρα είχαν φύγει. Το σπίτι βυθίστηκε σε μια παράξενη ησυχία.
Η Αναστασία μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Από τη ντουλάπα έβγαλε ένα μαύρο φόρεμα, αγορασμένο την προηγούμενη μέρα από ένα κατάστημα μεταχειρισμένων, και τα ψηλοτάκουνα. Τηλεφώνησε στη Σελήνη Ελευθερίου, γνωστή της που έκανε μακιγιάζ τα απογεύματα. Μέχρι τις πέντε, όλα είχαν τελειώσει: μαλλιά, πρόσωπο, ρούχα. Στον καθρέφτη αντίκρισε μια γυναίκα που δεν αναγνώριζε. Ζωντανή.
Στην κουζίνα δεν πάτησε ούτε λεπτό.
Οι καλεσμένοι άρχισαν να φτάνουν γύρω στις έξι και μισή. Η Καλλιόπη Ανδρέου, ογκώδης και θορυβώδης, μπήκε πρώτη στο σαλόνι και κόλλησε στη θέση της.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο άψογα. Λευκό τραπεζομάντηλο, τεντωμένο χωρίς ζάρες. Κεριά αναμμένα. Κρυστάλλινα ποτήρια. Μαχαιροπίρουνα για οκτώ άτομα. Όλα στη θέση τους.
Φαγητό δεν υπήρχε.
— Αναστασία μου… τα ορεκτικά; — ρώτησε διστακτικά η Καλλιόπη.
— Έκπληξη, — απάντησε εκείνη χαμογελώντας. — Περιμένουμε τους εορτάζοντες.
Οι υπόλοιποι κατέφθαναν ένας ένας: φίλες της Ουρανίας Θεολόγου, συνάδελφοι του Σταύρου. Λουλούδια, δώρα, καλοσιδερωμένα ρούχα. Κάθονταν, αντάλλασσαν ματιές, κοιτούσαν το άδειο τραπέζι. Κάποιος αστειεύτηκε για καινούργια δίαιτα. Τα γέλια βγήκαν αμήχανα.
Η Αναστασία γέμιζε ποτήρια με ανθρακούχο νερό. Χαμογελούσε. Περίμενε.
Στις επτά ακριβώς επέστρεψαν ο Σταύρος με τη μητέρα του. Η Ουρανία Θεολόγου μπήκε στο σπίτι ακτινοβολώντας: το δέρμα της έλαμπε από τη φροντίδα, τα μαλλιά έπεφταν σε απαλούς κυματισμούς, τα νύχια της ήταν άψογα. Άφησε το παλτό, προχώρησε στο σαλόνι και πάγωσε.
Άδειο τραπέζι. Οκτώ καλεσμένοι με βλέμματα χαμένα. Και η Αναστασία, ντυμένη στα μαύρα, με ένα ποτήρι νερό στο χέρι, να την κοιτάζει ήρεμα, τη στιγμή που η φωνή της Ουρανίας έσπαγε από την πρώτη κραυγή.
