— Αναστασία μου, εγώ θα κανονίσω το μενού κι εσύ θα αναλάβεις το μαγείρεμα, — είπε η Ουρανία Θεολόγου και της έδωσε έναν κατάλογο τριών σελίδων. — Θα το έκανα μόνη μου, αλλά τα χέρια μου δεν με υπακούν· η αρθρίτιδα με έχει αποτελειώσει.
Η Αναστασία Καραγιάννη ξεφύλλισε το χαρτί. Κρύα ορεκτικά, ζεστά πιάτα, σαλάτες, τρία διαφορετικά γλυκά. Για την επέτειο του γάμου της με τον Σταύρο Ξενάκη, η πεθερά είχε καλέσει οκτώ άτομα. Χωρίς καμία συζήτηση.
— Μήπως θα ήταν πιο απλό να τα παραγγείλουμε; — σήκωσε το βλέμμα της η Αναστασία.
— Να τα παραγγείλουμε;! — η Ουρανία άνοιξε τα χέρια της θεατρικά, χέρια που δεν έδειχναν ίχνος πόνου. — Και τι θα πουν οι φίλες μου; Ότι δεν ξέρουμε να φιλοξενούμε; Όχι, κορίτσι μου. Δείξε τι αξίζεις.
Η Αναστασία δίπλωσε τη λίστα στη μέση, ύστερα ξανά, και άλλη μία. Ένα μικρό τετράγωνο χαρτί έμεινε πάνω στο τραπέζι.

— Εντάξει. Θα δείξω.
Επτά μήνες νωρίτερα, αμέσως μετά το δημαρχείο, ο Σταύρος της είχε πει πως θα έμεναν «προσωρινά» με τη μητέρα του. Το προσωρινό αποδείχτηκε μόνιμο. Η Ουρανία Θεολόγου, χήρα εδώ και επτά χρόνια, κατοικούσε μόνη της σε ένα ευρύχωρο τριάρι και υπέφερε— όχι από μοναξιά, αλλά από την αγγαρεία του σπιτιού.
Τη δεύτερη κιόλας μέρα μετά τον γάμο, την έπιασε πονοκέφαλος.
— Αναστασία μου, σπάει το κεφάλι μου, δεν μπορώ ούτε να σηκωθώ. Μήπως να ετοιμάσεις εσύ κάτι;
Η Αναστασία μαγείρεψε. Μετά καθάρισε. Έπειτα έβαλε πλυντήριο. Το βράδυ, η Ουρανία είχε «συνέλθει» και έφυγε για κομμωτήριο. Επέστρεψε λαμπερή, με μαλλιά που μοσχοβολούσαν ακριβό σαμπουάν.
Οι ημικρανίες εμφανίζονταν κάθε φορά που πλησίαζε η κουζίνα. Οι ζαλάδες συνέπιπταν με το σφουγγάρισμα. Η αρθρίτιδα έκανε την εμφάνισή της στα πιάτα και εξαφανιζόταν στα περιοδικά και στις βόλτες για ψώνια.
Ο Σταύρος δεν το έβλεπε. Ή δεν ήθελε.
— Και τι έγινε; Η μαμά έχει θέματα υγείας. Εσύ είσαι νέα, θα τα καταφέρεις.
Κι εκείνη τα κατάφερνε. Σηκωνόταν στις πέντε, έφτιαχνε πρωινό για τρεις, πήγαινε στη δουλειά με τα πρωτάκια, γύριζε κατά τις έξι και ως τις έντεκα έπλενε, καθάριζε, ετοίμαζε φαγητό για την επόμενη μέρα. Ο Σταύρος ερχόταν, έτρωγε και άνοιγε την τηλεόραση. Καμιά φορά ρωτούσε γιατί ήταν «πάντα κακόκεφη».
Αδυνάτισε. Μαύροι κύκλοι σκίασαν τα μάτια της. Τα χέρια της στέγνωσαν, τα νύχια έσπαγαν. Στον καθρέφτη αντίκριζε μια ξένη γυναίκα — κουρασμένη, γερασμένη, άδεια.
Και πριν τρεις εβδομάδες, η Ουρανία ανακοίνωσε την επέτειο.
Το πρωί της γιορτής, η Αναστασία ξύπνησε στις πέντε, μα δεν μπήκε στην κουζίνα. Φόρεσε τζιν και ανοιχτόχρωμη μπλούζα, βάφτηκε προσεκτικά. Από την ντουλάπα έβγαλε ένα κουτί με φάκελο — ένα ολοήμερο σπα. Για αυτό είχε δώσει και το τελευταίο της απόθεμα σε ευρώ, έτοιμη να κάνει ένα βήμα που θα άλλαζε τη ροή της ημέρας.
