Έπειτα από αυτά τα λόγια, η σιωπή βάρυνε το δωμάτιο. Η Αγλαΐα και ο σύζυγός της έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους μια αίσθηση τελικής ρήξης. Ο Αντώνης Ρηγάκης έμεινε ακίνητος στο κέντρο του σαλονιού. Το κουτί με την πίτσα είχε πια κρυώσει, το αναψυκτικό είχε ξεθυμάνει, σαν να ακολουθούσαν κι αυτά την ακινησία του.
Σηκώθηκα χωρίς βιασύνη. Πλησίασα και ακούμπησα μπροστά του το λάπτοπ, ανοίγοντας ένα αρχείο.
— Κοίτα προσεκτικά, του είπα. Εννιά ολόκληρα χρόνια. Κάθε απόδειξη, κάθε λογαριασμός. Ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα — όλα πληρωμένα από εμένα. Καύσιμα. Ψώνια. Δώρα στους δικούς σου. Ταξίδια. Η δική σου ιδιωτική ασφάλιση υγείας. Όσα θεωρούσες αόρατα. Και στο τέλος, το σύνολο.
Ο Αντώνης κάρφωσε το βλέμμα του στην οθόνη. Το ποσό ήταν σοκαριστικό.
— Δεν γίνεται… ψέλλισε.
— Κι όμως γίνεται. Δεν με συντηρούσες ποτέ, Αντώνη. Ζούσες με τα δικά μου χρήματα και το βάφτιζες οικογένεια. Εγώ σου εξασφάλιζα άνεση, κι εσύ ένιωθες πως είχες το δικαίωμα να μου κάνεις μαθήματα δικαιοσύνης.
Έκλεισα τον υπολογιστή.
— Έχω ήδη νοικιάσει σπίτι. Αύριο φεύγω. Την επόμενη εβδομάδα θα καταθέσω τα χαρτιά για το διαζύγιο. Κράτα το διαμέρισμά σου, το δάνειό σου και τη δική σου εκδοχή της δικαιοσύνης. Δεν μου χρειάζονται πια.
— Θάλεια, περίμενε…
— Όχι. Πήρες αυτό που ήθελες. Από εδώ και πέρα, ο καθένας μόνος του.
Άνοιξε το στόμα του, αλλά οι λέξεις δεν βγήκαν ποτέ. Έμεινε εκεί, δίπλα στην κρύα πίτσα, ενώ εγώ πήγαινα στο υπνοδωμάτιο και μάζευα τα πράγματά μου.
Έβαλα στη βαλίτσα το αγαπημένο μου τηγάνι — εκείνο με το οποίο του έψηνα μπριζόλες. Από δω και πέρα, θα μαγειρεύω μόνο για μένα. Τα καλλυντικά μου. Τα βιβλία μου. Τα φορέματα που έλεγε πως ήταν υπερβολικά.
Ο Αντώνης δεν πέρασε ούτε το κατώφλι της κρεβατοκάμαρας. Έμεινε στην κουζίνα, παρέα με τη «δικαιοσύνη» του.
Κι εγώ κατάλαβα κάτι απλό: ελευθερία είναι η στιγμή που η πόρτα κλείνει πίσω σου και περπατάς προς έναν τόπο όπου δεν χρειάζεται να απολογείσαι για την ύπαρξή σου. Όπου η προσφορά σου δεν μετριέται ως ανεπαρκής. Όπου απλώς ζεις. Χωρίς κατηγορίες. Χωρίς εξηγήσεις. Απλώς ζεις.
Βγήκα από το διαμέρισμα με τη βαλίτσα στο χέρι. Δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω.
