«Την επόμενη εβδομάδα θα καταθέσω τα χαρτιά για το διαζύγιο» — είπα αποφασισμένη

Αδικία που πονά, και απελευθερωτική οργή.
Ιστορίες

Στο τραπέζι υπήρχαν τρία κουτιά πίτσας και μερικά μπουκάλια αναψυκτικό. Χάρτινες πετσέτες σκορπισμένες άτακτα. Τίποτε άλλο. Ούτε πιάτα, ούτε μαχαιροπίρουνα, ούτε εκείνη η φροντίδα που συνήθως συνόδευε τα οικογενειακά τραπέζια.

— Τι είναι αυτό; — η φωνή της Αγλαΐας Θεοφανίδου δεν υψώθηκε, όμως κάθε λέξη έπεφτε βαριά, σαν χτύπημα.

Ο Αντώνης Ρηγάκης προσπάθησε να χαμογελάσει αμήχανα.

— Μαμά, ε… σήμερα είπαμε να το πάμε πιο απλά…

— Πού είναι η Θάλεια; Γιατί δεν κάθεται στο τραπέζι;

Σήκωσα το βλέμμα από το βιβλίο μου.

— Εδώ είμαι, κυρία Θεοφανίδου.

— Δεν είσαι καλά; — υπήρχε κάτι παράξενο στον τόνο της. Όχι ενδιαφέρον. Καχυποψία.

— Όχι. Απλώς ο Αντώνης μου εξήγησε ότι ο καθένας πρέπει να φροντίζει τον εαυτό του. Ο γιος σας είναι δική σας ευθύνη, όχι δική μου.

Η Αγλαΐα κάθισε αργά. Τα μάτια της πήγαν πρώτα στα κουτιά της πίτσας και ύστερα στον γιο της.

— Εξήγησέ μου.

Ο Αντώνης άρχισε να μιλάει γρήγορα, για ισότητα, για «σύγχρονες σχέσεις», για όσα του είπε ο φίλος του ο Σπύρος Καλογεράς. Εκείνη άκουγε σιωπηλή, με πρόσωπο ακίνητο.

— Δηλαδή αποφάσισες ότι σε εκμεταλλεύεται, — είπε τελικά. — Εσύ το αποφάσισες αυτό.

— Μαμά, ήθελα απλώς δικαιοσύνη…

— Σώπα. Ποιος αγόραζε τρόφιμα για αυτό το σπίτι εννιά χρόνια; Ποιος μαγείρευε κάθε Σάββατο, όσο εσύ ήσουν κολλημένος στην τηλεόραση; Ποιος πλήρωσε τα φάρμακα του πατέρα σου πέρσι;

— Ναι, αλλά η Θάλεια…

— Ποιος αγόρασε το δώρο για την αδελφή μου στην επέτειο; Ποιος κάθε φορά ετοίμαζε το τραπέζι για να βολευόμαστε όλοι; Εσύ τι έκανες; Ερχόσουν, καθόσουν και περίμενες να σε εξυπηρετήσουν.

Ο Αντώνης άσπρισε.

— Μαμά, τι σχέση έχουν όλα αυτά; Εγώ πληρώνω το σπίτι!

— Το δικό σου σπίτι! Και το κοπανάς στη μούρη της εννιά χρόνια, λες και είναι φιλοξενούμενη!

Η Αγλαΐα σηκώθηκε, έπιασε την τσάντα της.

— Φεύγουμε, — είπε στον άντρα της. — Δεν θέλω ούτε να φάω αυτή την πίτσα ούτε να κάθομαι σε τραπέζι όπου ταπεινώνεται η νύφη μου.

Γύρισε προς τον Αντώνη.

— Θα έπρεπε να ντρέπεσαι. Εννιά χρόνια κράτησε αυτό το σπίτι όρθιο κι εσύ το θεωρούσες δεδομένο. Έτσι μεγάλωσα έναν μικρόψυχο άνθρωπο, και πονάει να το παραδεχτώ.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής