Το πρωί με κάλεσε ο προϊστάμενός μου και μου μετέφερε όσα είχε προλάβει να του πει η Ειρήνη για μένα. Εκείνη, προφανώς, περίμενε πως θα αναγκαζόμουν να απολογηθώ για την προσωπική μου ζωή. Εγώ, αντί γι’ αυτό, ζήτησα να καταγραφούν η ώρα, ο αριθμός τηλεφώνου και κάθε συγκεκριμένος ισχυρισμός της, γιατί οι απειλές της βρίσκονταν ήδη αποθηκευμένες στο κινητό μου.
Τη Δευτέρα, στις δέκα και μισή, ο Χρήστος με πήρε στην εσωτερική γραμμή και μου ζήτησε να περάσω από το γραφείο του.
Πήρα μαζί μου το σημειωματάριό μου, επειδή ήμουν βέβαιη πως θα μιλούσαμε πάλι για τις προθεσμίες της καινούργιας σύμβασης. Μόλις όμως μπήκα, εκείνος έβγαλε τα γυαλιά του, τα άφησε δίπλα στο πληκτρολόγιο και έδειξε την καρέκλα απέναντί του.
— Κατερίνα, κλείστε, σας παρακαλώ, την πόρτα. Η σημερινή συζήτηση δεν είναι ακριβώς επαγγελματική, παρόλο που αφορά άμεσα τη δουλειά σας. Το πρωί μου τηλεφώνησε μια γυναίκα, η οποία συστήθηκε ως πεθερά σας.
Δεν κάθισα αμέσως. Μέχρι εκείνο το πρωινό, η Ειρήνη ανήκε για μένα σε έναν άλλο κόσμο. Ενοχλητικό, φορτικό, κάποιες φορές αφόρητο, αλλά πάντως οικογενειακό. Μπορούσε να μου κάνει παρατηρήσεις επειδή το δείπνο ετοιμαζόταν αργά, επειδή δούλευα Σάββατο, επειδή εγώ και ο άντρας μου δεν πηγαίναμε να τη δούμε κάθε Σαββατοκύριακο.

Στον Χρήστο, όμως, δεν θα έπρεπε να έχει καμία πρόσβαση.
— Η Ειρήνη; — ρώτησα, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως άκουσα σωστά. — Είπε το επώνυμό μου και δήλωσε ότι είναι πεθερά μου;
— Ακριβώς έτσι. Και μάλιστα με μεγάλη σιγουριά. Στην αρχή υπέθεσα πως είχε συμβεί κάτι σοβαρό, γιατί οι συγγενείς των εργαζομένων δεν τηλεφωνούν συνήθως στη διοίκηση χωρίς λόγο.
Μιλούσε προσεκτικά, διαλέγοντας μία μία τις λέξεις του. Αυτό με ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο θα με ενοχλούσε αν μου τα είχε πει όλα ωμά από την αρχή.
— Τι ακριβώς σας είπε;
Ο Χρήστος πέρασε το δάχτυλό του πάνω από το χαρτί που είχε μπροστά του.
— Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, μένετε συχνά μέχρι αργά όχι εξαιτίας της δουλειάς, αλλά επειδή χρησιμοποιείτε τη δουλειά ως δικαιολογία απέναντι στην οικογένειά σας. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ένα μέρος του εργασιακού σας χρόνου το διαθέτετε σε προσωπικές συναντήσεις και ότι έχετε σχέση με κάποιον μέσα από την εταιρεία. Όνομα δεν ανέφερε.
Κοίταξα το φύλλο πάνω στο γραφείο του. Στην επάνω γωνία ήταν γραμμένη η σημερινή ημερομηνία.
— Είπε κάτι άλλο;
— Πρόσθεσε πως, δήθεν, εκμεταλλεύεστε τη θέση σας ώστε κανείς να μη σας ρωτά πού πηγαίνετε όταν λείπετε. Μου πρότεινε ακόμη να ελέγξω πού βρίσκεστε κατά τη διάρκεια του ωραρίου. Δεν χρησιμοποίησε ακριβώς αυτές τις λέξεις, αλλά αυτό ήταν το νόημα.
Τότε μόνο κάθισα.
Το πιο ταπεινωτικό δεν ήταν καν το περιεχόμενο. Ένας ξένος άνθρωπος μπορούσε να επινοήσει για μένα οτιδήποτε. Το χειρότερο ήταν άλλο: βρισκόμουν στο γραφείο του προϊσταμένου μου και έπρεπε να μιλήσω για την ίδια μου την οικογενειακή ζωή, σαν να είχε ξαφνικά προστεθεί ως παράρτημα στην περιγραφή της θέσης μου.
Ο Χρήστος τράβηξε το χαρτί λίγο πιο κοντά του.
— Κατερίνα, δεν σκοπεύω να κρίνω τη σχέση σας με τον σύζυγό σας ούτε να μάθω με ποιον συναντιέστε μετά τη δουλειά. Αυτό δεν με αφορά καθόλου. Όμως ακούστηκαν καταγγελίες για χρήση του εργασιακού χρόνου, και γι’ αυτό δεν μπορώ να κάνω πως δεν έγινε τίποτα. Ήθελα πρώτα να μιλήσω μαζί σας.
— Το καταλαβαίνω. Τότε, ας μη συζητήσουμε καθόλου την προσωπική μου ζωή.
Σήκωσε το βλέμμα του.
— Τι προτείνετε;
Έβγαλα το κινητό μου.
— Να καταγραφεί επισήμως η επικοινωνία. Η ώρα της κλήσης, ο αριθμός από τον οποίο έγινε και όλα όσα είπε η Ειρήνη ειδικά για τη δουλειά μου. Όχι οι κρίσεις της ως πεθεράς, αλλά οι ισχυρισμοί που μπορούν να ελεγχθούν. Έπειτα θα απαντήσω σε καθέναν ξεχωριστά.
Ο Χρήστος ακούμπησε πίσω στην πλάτη της καρέκλας του. Φαινόταν πως δεν περίμενε τέτοια αντίδραση.
— Είστε βέβαιη ότι θέλετε να το πάμε επίσημα; Μερικές φορές τέτοια ζητήματα κλείνουν πιο εύκολα ύστερα από μια απλή συζήτηση.
— Αν σας είχε πάρει τηλέφωνο για να παραπονεθεί ότι δεν μαγειρεύω συχνά βραδινό στον άντρα μου, θα μπορούσαμε ίσως να γελάσουμε και να το αφήσουμε εκεί. Όμως με κατηγόρησε ότι παραβιάζω τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις. Αν σήμερα μείνει απλώς ως μια κουβέντα, σε έναν μήνα κανείς δεν θα θυμάται τι ακριβώς είπε. Θα μείνει μόνο η εντύπωση πως κάποτε τηλεφώνησαν από την οικογένεια της Κατερίνας Παπαδοπούλου στον προϊστάμενό της και του είπαν κάτι γι’ αυτήν.
Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά γύρισε την οθόνη του υπολογιστή προς το μέρος του.
— Εντάξει. Τα στοιχεία των εισερχόμενων κλήσεων αποθηκεύονται. Θα ελέγξω τον αριθμό και την ώρα. Και το περιεχόμενο της συνομιλίας θα το καταγράψω γραπτώς όσο το θυμάμαι ακόμη με ακρίβεια.
— Ευχαριστώ. Θέλω επίσης να σας δείξω κάτι τώρα, πριν συνεχίσουμε.
Άνοιξα τη συνομιλία μου με την Ειρήνη.
Τους τελευταίους μήνες μου έγραφε πιο συχνά απ’ ό,τι ο ίδιος μου ο σύζυγος. Σχεδόν πάντα για τον ίδιο λόγο.
«Πάλι μέχρι τις επτά κάθεσαι;»
«Η οικογένεια δεν κερδίζει τίποτα από τις αναφορές σου.»
«Μια γυναίκα πρέπει να ξέρει ότι η δουλειά δεν γίνεται να είναι το σημαντικότερο πράγμα.»
Συνήθως απαντούσα ουδέτερα. Άλλες φορές δεν απαντούσα καθόλου. Είχα καταλήξει πως ο καβγάς μαζί της δεν είχε κανένα νόημα.
Λίγες ημέρες πριν από εκείνο το τηλεφώνημα, ο τόνος των μηνυμάτων άλλαξε.
Η Ειρήνη έμαθε ότι την Παρασκευή είχα μείνει στο γραφείο μέχρι τις οκτώ. Κλείναμε τα τριμηνιαία έγγραφα και γύρισα στο σπίτι πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως.
Τότε μου έγραψε:
«Ο γιος μου χρειάζεται σύζυγο, όχι υπάλληλο του μήνα. Αν δεν το καταλαβαίνεις μόνη σου, θα μιλήσω με τους ανωτέρους σου. Να μάθουν κι εκείνοι με τι πραγματικά ασχολείσαι.»
Εκείνη τη στιγμή διάβασα το μήνυμα και έβαλα το τηλέφωνο στην τσάντα μου. Σε δώδεκα χρόνια γάμου, η Ειρήνη είχε απειλήσει πολλές φορές ότι θα έκανε διάφορα, αν δεν αρχίζαμε να ζούμε όπως εκείνη θεωρούσε σωστό. Θα τηλεφωνούσε στον γιατρό που, κατά τη γνώμη της, «με θεράπευε λάθος». Θα μιλούσε στους γείτονες. Θα ερχόταν απρόσκλητη για να ελέγξει η ίδια γιατί το σπίτι ήταν άνω κάτω.
Μέχρι τον προϊστάμενό μου, όμως, δεν είχε φτάσει ποτέ.
Ο Χρήστος διάβασε το μήνυμα περισσότερες από μία φορές.
— Αυτό ήταν την Πέμπτη;
— Ναι. Και σήμερα τηλεφώνησε σε εσάς.
— Φαίνεται εδώ ο αριθμός;
Του έδειξα την καρτέλα της επαφής.
— Βλέπετε τα τελευταία ψηφία; Αυτός είναι ο αριθμός της εδώ και χρόνια.
Τα σημείωσε.
— Τότε θα κινηθούμε ως εξής. Θα επικοινωνήσω τώρα με την Ελπίδα από το τμήμα προσωπικού. Θα της δείξετε την αλληλογραφία και θα αναζητήσουμε τα στοιχεία της κλήσης. Έπειτα πρόσθεσε πως έπρεπε πρώτα να με προειδοποιήσει για κάτι.
