Και δεν έμεινε εκεί. Άκουσα τα πάντα εκείνο το βράδυ της Παρασκευής, όταν μιλούσες με τη μητέρα σου. Κάθε λέξη. Για τη «χωριάτισσα» που δεν ξέρει από τρόπους. Για το πόσο εύκολα με κορόιδεψες. Για το ότι ήσουν βέβαιος πως δεν θα καταλάβω τίποτα και θα κάθομαι σπίτι μπροστά στην τηλεόραση, όσο εσείς εδώ θα το παίζατε αριστοκρατία.
Η Νεφέλη Νικολαΐδη χαμήλωσε το βλέμμα και άρχισε να παίζει νευρικά με το πιρούνι της. Η Καλλιόπη Χαραλάμπους άρπαξε μια χαρτοπετσέτα, σαν να της έλειπε ξαφνικά ο αέρας.
— Μας παρακολουθούσες δηλαδή; εξερράγη ο Αχιλλέας Χριστοδούλου. — Με κατασκόπευες;
Τον κοίταξα χωρίς να υψώσω τη φωνή.
— Σιδέρωνα το πουκάμισό σου. Κι εσύ φώναζες τόσο δυνατά, που σε άκουγε όλη η πολυκατοικία. Καυχιόσουν για το πόσο «έξυπνα» με ξεγέλασες, για το πώς τύλιξες τη γυναίκα σου στο δάχτυλο. Δεν ήταν υποκλοπή, Αχιλλέα. Απλώς δεν μπήκες καν στον κόπο να κρυφτείς. Πίστεψες πως ένα ποντικάκι δεν δαγκώνει.
Για μια στιγμή προσπάθησε να μαζευτεί.
— Εντάξει, έφταιξα. Το παραδέχομαι. Αλλά όχι εδώ. Πάμε σπίτι και τα συζητάμε ήρεμα.
— Όχι. Εδώ θα λυθούν όλα. Το Σάββατο μπλόκαρα την κάρτα. Δήλωσα στην τράπεζα ότι χάθηκε. Γιατί την πήρες με δόλο και τη χρησιμοποίησες χωρίς να το γνωρίζω. Οπότε τώρα, αγαπημένε μου σύζυγε, πληρώνεις εσύ. Με μετρητά.
Ο Ξενοφών Ρήγας πλησίασε το τραπέζι, σταυρώνοντας τα χέρια.
— Αν υπάρξει πρόβλημα με την εξόφληση, θα αναγκαστώ να καλέσω την αστυνομία. Ο λογαριασμός πρέπει να κλείσει. Και υπάρχει και θέμα κλεμμένης κάρτας.
Το πρόσωπο του Αχιλλέα άλλαξε χρώματα — από άσπρο έγινε κόκκινο και ύστερα σχεδόν μωβ.
— Αριάδνη, καταλαβαίνεις τι κάνεις; Με εξευτελίζεις!
— Εγώ; χαμογέλασα πικρά. — Εσύ το έκανες αυτό στον εαυτό σου. Τη στιγμή που αποφάσισες πως μια «γκρίζα ποντικίνα» από την επαρχία δεν άξιζε ούτε καν την αλήθεια.
Η Καλλιόπη πετάχτηκε όρθια και με έδειξε με το δάχτυλο.
— Πώς τολμάς να του μιλάς έτσι; Είσαι ένα τίποτα! Χωρίς αυτόν δεν είσαι κανείς!
Την κοίταξα για ώρα και ύστερα απάντησα χαμηλόφωνα:
— Ίσως. Αλλά τώρα είμαι ένα τίποτα που δεν χρειάζεται πια να προσποιείται. Και αυτό αξίζει περισσότερο από το να είμαι η σκιά κάποιου άλλου.
Για τα επόμενα είκοσι λεπτά μάζευαν χρήματα. Ο Αχιλλέας άδειασε το πορτοφόλι του, η Καλλιόπη την τσάντα της, η Νεφέλη με τον άντρα της έψαχναν τσέπες και παλτά. Μέτρησαν χαρτονομίσματα πάνω στο τραπέζι, ψιθύριζαν, έβρισκαν κέρματα. Ο σερβιτόρος στεκόταν ανέκφραστος, ενώ οι γύρω θαμώνες παρακολουθούσαν με φανερή περιέργεια.
Έμεινα όρθια και τους κοίταζα, καθώς διαλυόταν μπροστά μου όλη η επίδειξη, το ψεύτικο μεγαλείο, το οικοδόμημα του ψέματος.
Όταν συμπλήρωσαν το ποσό, έβγαλα από την τσάντα μου έναν φάκελο και τον άφησα μπροστά στον Αχιλλέα.
— Η αίτηση διαζυγίου. Θα τη διαβάσεις με την ησυχία σου.
Γύρισα την πλάτη και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Η πλάτη ίσια, το βήμα σταθερό. Ο Ξενοφών μου άνοιξε την πόρτα και ψιθύρισε:
— Στέκεσαι δυνατή, Αριάδνη.
Η νυχτερινή Λάρισα με υποδέχτηκε με παγωμένο αέρα, και μέσα στο στήθος μου άρχισε να απλώνεται κάτι ζεστό και ανάλαφρο, σαν υπόσχεση για όσα θα ακολουθούσαν.
