«Ήρθα στη γιορτή. Σε εκείνη που οργάνωσες με τα δικά μου χρήματα» — είπα ήρεμα ενώ η αίθουσα πάγωσε

Τέλος στην προσποίηση, αρχή στην αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

Όταν θα έχουν παραγγείλει και θα πληρώσουν, τότε μπαίνεις. Με τον σερβιτόρο θα τα κανονίσω εγώ.

Το βράδυ της Δευτέρας φόρεσα επιτέλους εκείνο το φόρεμα. Το μπλε, που είχα ράψει μόνη μου πριν από τρία χρόνια και δεν είχε βγει ποτέ από την ντουλάπα — δεν είχε υπάρξει λόγος. Έφτιαξα τα μαλλιά μου, έβαλα λίγο μακιγιάζ, στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Δεν έβλεπα πια ένα άτονο ποντικάκι.

Το τηλέφωνο χτύπησε στις δέκα και μισή. Ήταν ο Ξενοφών Ρήγας.

— Έλα τώρα. Έφεραν τον λογαριασμό. Ο δικός σου ετοιμάζεται να κάνει επίδειξη με την κάρτα.

Το ταξί με άφησε σε είκοσι λεπτά. Το εστιατόριο «Ήρεμος Δούναβης» έλαμπε από φώτα, βιτρό και χρυσές λεπτομέρειες. Ο Ξενοφών με περίμενε στο φουαγιέ και έγνεψε προς την αίθουσα.

— Τρίτο τραπέζι από το παράθυρο.

Μπήκα. Ο χώρος έσφυζε από κόσμο, γέλια, κρυστάλλινα ποτήρια που τσούγκριζαν. Προχώρησα αργά ανάμεσα στα τραπέζια και τότε τους είδα. Ο Αχιλλέας Χριστοδούλου καθόταν επικεφαλής, δίπλα του η Καλλιόπη Χαραλάμπους με μπορντό ταγιέρ, απέναντι η αδελφή του, η Νεφέλη Νικολαΐδη, με τον σύζυγό της. Στο τραπέζι άδεια πιάτα, ποτήρια, ψίχουλα από γλυκό.

Ο σερβιτόρος ακούμπησε τον λογαριασμό σε δίσκο. Ο Αχιλλέας ούτε που κοίταξε το ποσό· έβγαλε από την τσέπη την κάρτα μου και την άφησε πάνω με ύφος ανθρώπου που σκορπά δικά του εκατομμύρια.

— Άψογη εξυπηρέτηση, είπε μεγαλόφωνα. — Μάνα, στα έλεγα. Σου έκανα γιορτή αληθινή. Όχι τίποτα μίζερο, αλλά βασιλικό.

Η Καλλιόπη ίσιωσε τα μαλλιά της, γεμάτη περηφάνια.

— Μπράβο, παιδί μου. Αυτό λέγεται μεγαλοπρέπεια. Όχι σαν κάτι άλλες που όλο ράβουν σε μια μηχανή και κάθονται στη γωνία.

Η Νεφέλη έβαλε τα γέλια. Ο Αχιλλέας χαμογέλασε αυτάρεσκα.

— Ε, με ξέρεις, μάνα. Για σένα μόνο το καλύτερο. Ευτυχώς που έχω τέτοιες δυνατότητες.

Ο σερβιτόρος πήρε την κάρτα, πήγε στο τερματικό. Μία φορά. Δεύτερη. Κοίταξε την οθόνη, συνοφρυώθηκε και επέστρεψε.

— Συγγνώμη, η κάρτα δεν εγκρίνεται. Είναι μπλοκαρισμένη.

Το χρώμα έφυγε από το πρόσωπο του Αχιλλέα.

— Μπλοκαρισμένη; Αποκλείεται. Ξαναδοκιμάστε.

— Έγινε τρεις φορές, κύριε. Η κάρτα δεν ισχύει.

Πλησίασα το τραπέζι. Η Καλλιόπη με είδε πρώτη και πάγωσε.

— Αριάδνη; ψέλλισε ο Αχιλλέας, πετάχτηκε όρθιος. — Εσύ… τι κάνεις εδώ;

Τον κοίταξα ήρεμα.

— Ήρθα στη γιορτή. Σε εκείνη που οργάνωσες με τα δικά μου χρήματα. Με τη δική μου κάρτα. Χωρίς εμένα. Της «άχρωμης».

Η σιωπή έπεσε βαριά· ακουγόταν μόνο το κουδούνισμα από διπλανό τραπέζι.

— Αριάδνη, άκου, είναι παρεξήγηση, άρχισε ο Αχιλλέας, απλώνοντας το χέρι.

Έκανα πίσω.

— Δεν είναι παρεξήγηση. Είναι ψέμα. Και άκουσα όλη σου την κουβέντα.

Συνέχεια άρθρου

Ψίθυροι Ζωής