Την κάρτα τη ζήτησε ο Αχιλλέας Χριστοδούλου ένα πρωινό Τετάρτης, την ώρα που τρώγαμε. Η φωνή του ήταν μετρημένη· έδειχνε ανησυχία, αλλά χωρίς ίχνος πανικού.
— Αριάδνη, έχουμε πρόβλημα με μια εταιρική πληρωμή. Η δική μου κάρτα μπλοκαρίστηκε, μόνο για δυο μέρες. Μπορείς να με καλύψεις;
Σκούπισα τα χέρια μου στην ποδιά, άνοιξα το πορτοφόλι και του έδωσα την κάρτα. Την άρπαξε σχεδόν αμέσως, σαν να φοβόταν πως θα αλλάξω γνώμη, και φίλησε βιαστικά την κορυφή του κεφαλιού μου.
— Ευχαριστώ, αγάπη μου. Πάντα με σώζεις.
Είκοσι χρόνια γάμου με είχαν μάθει να μη σκαλίζω όσα δεν χρειάζονταν. Τον εμπιστευόμουν. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγα στον εαυτό μου.

Το βράδυ της Παρασκευής, ενώ σιδέρωνα το πουκάμισό του, άκουσα τη φωνή του από το διπλανό δωμάτιο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μιλούσε χαρούμενα, με έναν τόνο που ποτέ δεν χρησιμοποιούσε μαζί μου.
— Μαμά, μην αγχώνεσαι, όλα είναι κανονισμένα. Το εστιατόριο κλείστηκε, τραπέζι για έξι, φαγητό εξαιρετικό, κονιάκ, αφρώδες, όπως σου αρέσει. Όχι, δεν ξέρει τίποτα. Γιατί να ξέρει; Της είπα πως θα το γιορτάσουμε σπίτι, ήσυχα.
Το σίδερο πάγωσε στο χέρι μου.
— Η γκρίζα μου ποντικίνα δεν θα πάρει χαμπάρι τίποτα. Επαρχιώτισσα, άσχετη… θυμάσαι από πού ήρθε, από κάποιο χωριό. Είκοσι χρόνια στη Λάρισα και πάλι χωριάτισσα. Εννοείται πληρώνω με τη δική της κάρτα, η δική μου είναι μπλοκαρισμένη. Αλλά τι βραδιά θα γίνει στον «ήσυχο Ντον»! Εκείνη ούτε απ’ έξω δεν θα περάσει. Άσε τη σπίτι, με την τηλεόραση.
Έκλεισα το σίδερο. Πήγα στην κουζίνα, γέμισα ένα ποτήρι νερό και το ήπια μονορούφι. Τα χέρια μου ήταν σταθερά. Μέσα μου, όμως, υπήρχε μόνο κενό και παγωνιά, σαν να είχε σαρωθεί κάθε ζωντανό συναίσθημα.
Γκρίζα ποντικίνα. Επαρχιώτισσα. Με τη δική της κάρτα.
Άφησα το ποτήρι στον νεροχύτη και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το σκοτάδι απλωνόταν. Ίσως να είχε δίκιο. Ίσως όντως να ήμουν μια ασήμαντη ποντικίνα. Μόνο που οι ποντικοί, όταν στριμώχνονται, δαγκώνουν.
Το Σάββατο το πρωί μπλόκαρα την κάρτα. Στην τράπεζα είπα πως τη χάσα και φοβόμουν μήπως τη χρησιμοποιήσει κάποιος. Από εκεί πήρα το λεωφορείο και πήγα στην άλλη άκρη της πόλης, στη γειτονιά με τα παλιά σπίτια όπου είχα ζήσει παλιότερα.
Ο Ξενοφών Ρήγας άνοιξε την πόρτα φορώντας παντόφλες, με τα φρύδια σηκωμένα από έκπληξη.
— Αριάδνη; Πόσα χρόνια… Έλα μέσα, τι στέκεσαι;
Καθίσαμε στην κουζίνα του, πίνοντας τσάι. Του τα είπα όλα, λιτά, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Με άκουγε σιωπηλός.
— Κατάλαβα, είπε στο τέλος. Άκου, Αριάδνη. Κάποτε μας έσωσες όλους, το θυμάσαι; Όταν ο πατέρας μου έμεινε χωρίς δουλειά και μας έφερες ένα σακί πατάτες, λέγοντας πως σου περίσσευαν. Κι όμως ήταν τα τελευταία σου. Τώρα είναι η σειρά μου. Η γιορτή είναι τη Δευτέρα το βράδυ, σωστά; Στις εννιά ξεκινά το τραπέζι. Θα σε πάρω τηλέφωνο όταν αυτοί θα έχουν τακτοποιηθεί και όλα θα είναι έτοιμα, ώστε το επόμενο βήμα να γίνει την κατάλληλη στιγμή.
