— Φτάνει πια να παριστάνεις τη διευθύντρια, Μαρία Οικονόμου! — πέταξε η Βασιλική Βλάχος και σήκωσε το υπηρεσιακό μου λάπτοπ πάνω από το τραπέζι. — Στην ηλικία σου οι γυναίκες κάθονται στο σπίτι τους, δεν δίνουν διαταγές σε άντρες.
— Αφήστε το κάτω, στη θέση του, — είπα ήρεμα.
— Είναι αργά, — απάντησε ο Δημήτριος Σπυρόπουλος.
Το λάπτοπ χτύπησε πρώτα στη γωνία του τραπεζιού της αίθουσας συσκέψεων και ύστερα σωριάστηκε στο πάτωμα. Το κέλυφος άνοιξε με ρωγμή. Η οθόνη αναβόσβησε για ένα δευτερόλεπτο και έπειτα σκοτείνιασε.
Η Βασιλική Βλάχος στεκόταν στο κέντρο της κλειστής αίθουσας συσκέψεων της «KedrSoft ΙΚΕ», φορώντας ένα ανοιχτόχρωμο σακάκι και έχοντας κρεμασμένη στον λαιμό της την προσωρινή κάρτα επισκέπτη. Ήταν εβδομήντα τεσσάρων ετών. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε έναν ξένο επαγγελματικό χώρο συμπεριφερόταν σαν να είχε έρθει να επιθεωρήσει το ίδιο της το σπίτι.

Ο Δημήτριος Σπυρόπουλος, σύζυγός μου και αναπληρωτής μου στην εταιρεία, δεν έκανε ούτε μισό βήμα.
Απλώς ίσιωσε τη μανσέτα του πουκαμίσου του και με κοίταξε με εκείνο το ύφος ανθρώπου που περιμένει από τον άλλον να αρχίσει να απολογείται.
— Η μητέρα μου έσπασε το ανόητο λάπτοπ σου, — είπε. — Τώρα είναι αργά για κλάματα.
Έσκυψα το βλέμμα στο καπάκι, εκεί όπου είχε μείνει βαθούλωμα. Στον σπασμένο μεντεσέ. Στο αυτοκόλλητο της υπηρεσίας κυβερνοασφάλειας, που πλέον προεξείχε στραβά από το πλάι.
Σε εκείνον τον υπολογιστή υπήρχαν φάκελοι για αιτήσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ένα κλειστό παρακλάδι του πηγαίου κώδικα. Τεχνικές περιγραφές μονάδων που ετοιμάζαμε να παρουσιάσουμε στους επενδυτές.
Κλειδιά χωρίς δεύτερο παράγοντα ταυτοποίησης δεν υπήρχαν εκεί μέσα. Αντίγραφα ασφαλείας υπήρχαν επίσης. Δεν ήμουν κάποιο κορίτσι που κρατάει το μοναδικό του φλασάκι στην τσάντα.
Αυτό, όμως, δεν άλλαζε την ουσία.
Μπροστά μου είχαν μόλις καταστρέψει περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας.
Και δεν είχε συμβεί πάνω σε οικογενειακό καβγά. Ούτε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ούτε κατά λάθος.
Είχε γίνει μέσα σε αίθουσα συσκέψεων. Κάτω από κάμερες. Με ενεργό σύστημα καταγραφής. Παρουσία του αναπληρωτή μου, ο οποίος είχε φέρει ο ίδιος ένα εξωτερικό πρόσωπο σε ζώνη περιορισμένης πρόσβασης.
— Δημήτριε, — είπα. — Ποιος ενέκρινε στην μητέρα σου κάρτα επισκέπτη;
Ανασήκωσε αδιάφορα τον ώμο.
— Εγώ. Και λοιπόν;
— Ποιος την οδήγησε εδώ χωρίς αίτημα προς την υπηρεσία ασφαλείας;
— Εγώ την έφερα. Μαρία, μην αρχίσεις τώρα με τους κανονισμούς σου. Η μητέρα μου ήθελε να μιλήσει.
— Μίλησε.
Η Βασιλική Βλάχος ξεφύσηξε περιφρονητικά.
— Επιτέλους βρέθηκε κάποιος να σου δείξει πως δεν είσαι βασίλισσα εδώ μέσα. Ο Δημήτριος τα κουβαλάει όλα στην πλάτη του εδώ και καιρό. Κι εσύ κάθεσαι στην καρέκλα σου και κάνεις την προϊσταμένη.
Έκανα ένα νεύμα. Μόνο ένα.
— Κατάλαβα.
Εκείνη η μικρή λέξη άλλαξε τα πάντα.
Ο Δημήτριος δεν το αντιλήφθηκε αμέσως. Είχε συνηθίσει να με βλέπει να μπαίνω σε αντιπαράθεση. Να εξηγώ. Να υπενθυμίζω πως την εταιρεία την είχα ιδρύσει πριν εμφανιστεί εκείνος. Πως τα πρώτα συμβόλαια τα υπέγραψα εγώ. Πως ο πρώτος διακομιστής βρισκόταν κάτω από το δικό μου γραφείο. Πως πλήρωνα τους μισθούς της ομάδας πριν πληρώσω τον εαυτό μου.
Είχε μάθει πως εγώ κρατούσα όρθιο το σπίτι, το γραφείο, τις αναφορές, τους πελάτες και τον πληγωμένο του εγωισμό.
Εκείνη τη στιγμή, όμως, σταμάτησα να τον κρατάω.
Πήρα από το τραπέζι το εσωτερικό τηλέφωνο.
— Στείλτε αμέσως στην αίθουσα συσκέψεων την ασφάλεια, τη νομική σύμβουλο και τον Σωτήριο Μαυρογιάννη. Επείγον. Ναι, τώρα. Και ετοιμάστε έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου στις έντεκα και σαράντα. Θέματα ημερήσιας διάταξης: φθορά εταιρικού εξοπλισμού, αποκλεισμός των προσβάσεων του αναπληρωτή διευθυντή, τερματισμός του πακέτου δικαιωμάτων προαίρεσης του Δημητρίου Σπυρόπουλου.
Στη λέξη «δικαιωμάτων προαίρεσης» ο Δημήτριος έπαψε να δείχνει τόσο ήρεμος.
— Τι ανοησίες λες;
— Διατυπώνω την ημερήσια διάταξη.
— Μαρία, μιλάς πάνω στα νεύρα σου.
— Όχι.
Και ήταν αλήθεια. Δεν υπήρχαν νεύρα. Δεν υπήρχε θυμός. Υπήρχε μόνο μια ευθεία, καθαρή ακολουθία ενεργειών.
Η Βασιλική Βλάχος σήκωσε το πηγούνι.
— Ποιο συμβούλιο και κουραφέξαλα; Εγώ είμαι η μητέρα του άντρα σου. Έχω δικαίωμα να πω τη γνώμη μου.
— Να μιλήσετε, ναι. Να καταστρέψετε εξοπλισμό της εταιρείας, όχι.
— Αχ, εξοπλισμός! Ένα παλιοσίδερο ήταν.
— Εταιρική συσκευή με περιορισμένη πρόσβαση.
— Ακούς, Δημήτρη; — γύρισε προς τον γιο της. — Έτσι σου μιλάει κι εσένα στο σπίτι; Σαν να είσαι υπάλληλός της;
Ο Δημήτριος έκανε ένα βήμα πιο κοντά μου.
— Μαρία, σταμάτα αυτή τη γελοιότητα. Αμέσως.
Το βλέμμα μου έπεσε στο δεξί του χέρι. Κρατούσε την παλιά μου κάρτα πρόσβασης υπεύθυνης έργου. Τη μαύρη. Εκείνη ακριβώς που είχε εξαφανιστεί πριν από μία εβδομάδα.
Τότε είχα υποθέσει πως την είχα ξεχάσει στο αυτοκίνητο.
— Δώσε μου την κάρτα.
— Ποια κάρτα πάλι;
— Την παλιά μου κάρτα. Την έχεις στο χέρι σου.
Τα δάχτυλά του έσφιξαν το πλαστικό.
— Δεν έχει σημασία.
— Από εδώ και πέρα όλα έχουν σημασία.
Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε ο φύλακας, ο Νίκος Πανταζής. Πίσω του εμφανίστηκε η Άννα Ανδρέου, η νομική σύμβουλος της εταιρείας, κρατώντας ένα τάμπλετ και έναν λεπτό φάκελο. Αμέσως μετά ήρθε ο Σωτήριος Μαυρογιάννης, ο τεχνικός διευθυντής. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κοιτάξει το πάτωμα.
— Αυτός είναι ο υπηρεσιακός υπολογιστής της κυρίας Οικονόμου; — ρώτησε.
— Ήταν, — απάντησα. — Ζήτησε από τους διαχειριστές άμεσο κλείδωμα όλων των συνεδριών, επανέκδοση των tokens και έλεγχο προσβάσεων για τις τελευταίες επτά ημέρες.
— Το κάνω ήδη.
Έβγαλε το τηλέφωνό του και βγήκε στον διάδρομο χωρίς να υποβάλει ούτε μία περιττή ερώτηση.
Ο Δημήτριος γύρισε απότομα προς το μέρος μου.
— Με παρουσιάζεις σαν κλέφτη μπροστά στους ανθρώπους σου;
— Καταγράφω περιστατικό ασφαλείας.
— Είμαι ο άντρας σου.
— Και ο αναπληρωτής μου. Σε αυτό το δωμάτιο, το δεύτερο έχει μεγαλύτερη σημασία.
Η φράση τον χτύπησε πιο δυνατά από οποιαδήποτε φωνή. Στο σπίτι μπορούσε ακόμη να παριστάνει τον προσβεβλημένο σύζυγο. Στο γραφείο, όμως, έμεναν μόνο οι θέσεις, οι κανονισμοί και οι υπογραφές.
Η Βασιλική Βλάχος άρπαξε την τσάντα της από τη διπλανή καρέκλα.
— Δημήτρη, φεύγουμε. Ας μείνει η σπουδαία κυρία να τα βγάλει πέρα μόνη της με τα σίδερά της.
— Προς το παρόν δεν θα αποχωρήσετε, — είπε η Άννα Ανδρέου. — Χρειάζεται να ληφθούν οι εξηγήσεις σας.
Η πεθερά μου γύρισε απότομα.
— Κι εσύ ποια είσαι;
— Η νομική σύμβουλος της εταιρείας.
— Όλοι εδώ μέσα στο λουρί της είστε.
Η Άννα Ανδρέου άνοιξε το τάμπλετ.
— Νίκο, παρακαλώ φρόντισε να παραμείνουν παρόντες οι μάρτυρες και να διατηρηθεί το υλικό από τις κάμερες.
Ο φύλακας στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Όχι απειλητικά. Απλώς στάθηκε.
Ο Δημήτριος με κοίταξε πλέον χωρίς την προηγούμενη σιγουριά.
— Μαρία, ξεπερνάς τα όρια.
— Όχι. Τα επαναφέρω στη θέση τους.
Στις έντεκα και σαράντα συγκεντρωθήκαμε στη μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων. Όχι σε εκείνη όπου είχε μείνει το σπασμένο λάπτοπ. Εκεί εργαζόταν ήδη ειδικός: φωτογράφιζε τις ζημιές, αντιπαρέβαλλε τον αριθμό απογραφής και τοποθετούσε τα μικρά θραύσματα του περιβλήματος σε διάφανο σακουλάκι.
Στο καταστατικό μας προβλεπόταν ξεχωριστή λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου: για τους επενδυτές, για το πρόγραμμα δικαιωμάτων προαίρεσης και για ζητήματα πρόσβασης σε κλειστές τεχνολογικές αναπτύξεις.
