Το εστιατόριο όπου είχαν κλείσει να συναντηθούν δεν συγκαταλεγόταν στα οικονομικά. Ο μέσος λογαριασμός ανά άτομο ξεκινούσε από τα τρεις χιλιάδες ευρώ, πράγμα που το κατέτασσε ξεκάθαρα στα μέρη που επιλέγεις είτε για ιδιαίτερες περιστάσεις είτε για σοβαρές επαγγελματικές συζητήσεις. Η Νεφέλη το γνώριζε καλά και δεν της έκανε εντύπωση η ατμόσφαιρα πολυτέλειας που την περιέβαλλε καθώς κατευθυνόταν προς το τραπέζι τους.
Κάπου εκεί, περνώντας δίπλα από ένα απομακρυσμένο τραπέζι κοντά στη μεγάλη τζαμαρία με θέα, έφτασε στ’ αυτιά της ένα γέλιο γνώριμο. Σχεδόν ασυναίσθητα γύρισε το κεφάλι της. Στο τραπέζι, γεμάτο πιάτα με ζυμαρικά και θαλασσινά, δίπλα σε ένα μπουκάλι λευκό κρασί, καθόταν η Δέσποινα Ζωγράφου. Φορούσε καινούριο φόρεμα και γύρω της βρίσκονταν τρεις φίλες της. Μιλούσαν ζωηρά, γελούσαν ανέμελα, έμοιαζαν ξέγνοιαστες, σαν να μην υπήρχε καμία σκιά στη διάθεσή τους.
Η Νεφέλη ένιωσε το σώμα της να παγώνει. Για λίγα δευτερόλεπτα δίστασε — να πλησιάσει ή να το αφήσει να περάσει; Τελικά αποφάσισε πως δεν άξιζε τον κόπο. Γύρισε την πλάτη της και επέστρεψε στο τραπέζι της, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της.
— Όλα καλά; — τη ρώτησε η συνάδελφός της, παρατηρώντας την αλλαγή στο πρόσωπό της.
— Ναι, φυσικά, — απάντησε εκείνη με ένα μικρό νεύμα. — Όλα μια χαρά.
Όμως τίποτα δεν ήταν πραγματικά εντάξει.
Το ίδιο βράδυ δεν ανέφερε τίποτα στον Φίλιππο Παναγιωτόπουλο. Προσπάθησε να δικαιολογήσει την εικόνα που είχε δει: ίσως οι φίλες της είχαν αναλάβει τον λογαριασμό, ίσως γιόρταζαν κάτι, ίσως απλώς της είχαν κάνει το τραπέζι. Δεν υπήρχε λόγος για βιαστικά συμπεράσματα. Παρ’ όλα αυτά, ο σπόρος της αμφιβολίας είχε ήδη ριζώσει.
Λίγες ημέρες αργότερα, την ξαναείδε. Αυτή τη φορά στο εμπορικό κέντρο, μεσημέρι Σαββάτου. Η Νεφέλη αγόραζε καινούρια σεντόνια όταν πρόσεξε τη γνώριμη φιγούρα να βγαίνει από ένα κατάστημα ρούχων. Η Δέσποινα κρατούσε δύο μεγάλες σακούλες, μιλούσε στο κινητό και το πρόσωπό της έλαμπε από ικανοποίηση.
Αυτή τη φορά δεν προσποιήθηκε πως δεν την είδε. Πλησίασε.
— Δέσποινα;
Η κοπέλα τινάχτηκε ελαφρά και γύρισε. Για μια στιγμή, στο βλέμμα της πέρασε κάτι σαν ταραχή, όμως γρήγορα το έκρυψε πίσω από ένα χαμόγελο.
— Νεφέλη! Γεια σου! Τι σύμπτωση!
— Γεια. — Η Νεφέλη έριξε μια ματιά στις γεμάτες σακούλες. — Ψώνια;
— Ε… ναι, — απάντησε διστακτικά. — Είχε μεγάλες εκπτώσεις. Μπλούζες με τριακόσια ευρώ, τζιν σχεδόν τσάμπα. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ.
— Καταλαβαίνω, — είπε η Νεφέλη, χαρίζοντάς της ένα σφιγμένο χαμόγελο. — Και… με τη δουλειά; Βρήκες κάτι;
— Όχι ακόμα, — χαμήλωσε το βλέμμα η Δέσποινα. — Αλλά προσπαθώ, αλήθεια. Έχω πάει ήδη σε αρκετές συνεντεύξεις.
— Χαίρομαι. Καλή επιτυχία.
Χαιρετήθηκαν και πήραν διαφορετικούς δρόμους. Όμως μέσα στη Νεφέλη, κάτι είχε γίνει κόμπος. Εκπτώσεις, ναι, το κατάστημα όντως φημιζόταν γι’ αυτές. Παρ’ όλα αυτά, οι σακούλες ήταν ασυνήθιστα πολλές και η εικόνα της Δέσποινας δεν ταίριαζε με κάποιον που μετρούσε τα έξοδά του.
Το ίδιο βράδυ, ο Φίλιππος παρακολουθούσε ποδόσφαιρο στον καναπέ. Η Νεφέλη κάθισε δίπλα του.
— Φίλιππε, πρέπει να μιλήσουμε.
— Τώρα; — ρώτησε χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη.
— Ναι. Για τη Δέσποινα.
Τότε μόνο γύρισε προς το μέρος της.
— Τι συνέβη;
— Την είδα. Δύο φορές. Μία στο εστιατόριο με τις φίλες της και μετά στο εμπορικό κέντρο φορτωμένη με ψώνια.
Ο Φίλιππος συνοφρυώθηκε.
— Και λοιπόν;
— Πώς «και λοιπόν»; — προσπάθησε να συγκρατήσει την έντασή της. — Της δίνουμε χρήματα για φαγητό και στέγη, κι εκείνη τρώει σε πανάκριβα μαγαζιά και αγοράζει επώνυμα ρούχα.
— Νεφέλη, — αναστέναξε εκείνος, σαν να εξηγούσε κάτι αυτονόητο. — Μπορεί να πλήρωσαν οι φίλες της. Δεν ξέρεις. Και για τα ρούχα, σου είπε πως ήταν εκπτώσεις. Θέλεις να κυκλοφορεί με κουρέλια;
— Θέλω να μην μας κοροϊδεύει.
— Δεν λέει ψέματα! — ύψωσε τη φωνή του. — Εσύ είσαι προκατειλημμένη!
— Εγώ; — ένιωσε κάτι μέσα της να σπάει. — Εγώ που συμφώνησα να τη βοηθήσουμε;
— Κατευθείαν σκέφτηκες το χειρότερο! Δεν ρώτησες, δεν ξεκαθάρισες τίποτα — απλώς κατηγόρησες.
Η Νεφέλη σηκώθηκε όρθια.
— Ξέρεις κάτι; Καλά. Όπως θέλεις.
Μπήκε στο υπνοδωμάτιο, έκλεισε την πόρτα πίσω της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, με την αίσθηση ότι κάτι βαθύτερο είχε μόλις ραγίσει και πως οι επόμενες μέρες δεν θα ήταν καθόλου εύκολες.
